Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024

 


Τί είναι ἡ πατρίδα μου; Μήπως η (Νέα) Ορλεάνη,
Μην είναι τα hot dog, τα mustang και τα mac

Μην είναι το δολάριο και η μετοχή που αυξάνει,

Μην είναι ο president που όλο κάνει attack?

 

Μην είναι o Buddy Guy και όλο το south side
και κάθε gun store κι όλα τα Firearms,
το Belmond avenue και το Chicago pride
κάθε της highway με τα Police alarms;

 

Μην είναι η mafia, o Al Capone με το σόι,
η Jazz, το Bebop, το hip hop κι η rap,
τα φορτηγά στα gas stations κι ο κάθε καουμπόη
κι ο Presley που έλεγε: « We're caught in a trap…»

 

Όλα πατρίδα μου! Κι αυτά κι εκείνα,
και κάτι πού έρχεται απ’ του Greek town τη μεριά,

κρυμμένο πίσω από γύρο με κιμά από την Κίνα

και στο Chicago μέσα, ζει στη λευτεριά.

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2020

 O Κλόουν 

Ακροβατώ στην τεθλασμένη γραμμή της σκέψης μου.

Κουνώ κυκλικά τα χέρια, ανάποδα στη φορά της διεύθυνσης,

γέρνοντας πότε δεξιά, πότε αριστερά,

πότε πάνω απ τα κεφάλια σας.


Ο φόβος είναι τεντωμένο σχοινί, δύο τρεις δεκάδες εκατοστά κάτω από το παρών,

βουλιάζει τα βήματά μου στην τρομακτική ασυνέπεια της σιγουριάς.


Με την άκρη των δακτύλων μαντεύω την πορεία,

καθώς τα μάτια κλειστά και τρομαγμένα

κλείνουν στο σκοτάδι τον βομβαρδισμό του φωτός.


Εχθρός με την μέρα,

βαστώ στα χέρια τις ντροπές του αέρα, που με πόση λαχτάρα συμμάζεψα. 

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2019


Μια αστραπή το πέρασμα
Κι ίσα που προλαβαίνεις
Να δεις του φίλου τη χαρά
Του έρωτα τη γνώση,
Του φεγγαριού το γέμισμα
Της λευτεριάς τη κάψα
Και στου μυαλού τη λησμονιά.
Της αμαθειάς τη κλάψα.

Άσε τη σκέψη διάπλατη
Σαν θάλασσα μεγάλη
Και σαν πλατάνια που ‘σμιξαν
Να δροσιστεί το χώμα
Κι ούτε μια λέξη του θεού
Μέσα να μην αφήσεις
Γιατί το μαύρο του θεριό
Τις πόρτες σου θα κλείσει.

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

5/9/97

Αφήνω ήσυχη τη νύχτα, ακουμπισμένη πάνω στα σκεπάσματα
κομπιάζω την ομορφιά της
                                          πάνω σε μια ανάπαυλα της φωνής
-απόψε θα μοιράσω το μαύρο-
κι' ύστερα θυμάμαι τόσα χρόνια,
                 πάνε  τόσα χρόνια,
από τότε που βρέθηκα σ' αυτή τη νύχτα
δεν βλέπω πια την αρχή κομματιασμένη πάνω στη σκέψη,
η ηχώ απόμεινε του ταξιδιού,
μιας πορείας ανάμεσα στους χρόνους, χωρίς τύπους αρχικούς,
στο χάος αφημένες οι απαντήσεις.

Αλίμονο
φωνάζει η μεριά της απόγνωσης
τρίβει τα χέρια το απόκτημα μιας ώρας, ανάμεσα στους αιώνες.

Δεν θέλω να δω ξανά το ίδιο σταμάτημα στο χρόνο
μιας στιγμής δοσμένης στης αμηχανίας τ' άγγιγμα.

Πως είναι τ' όνομά σου;
Πηγή,
φορές γίνεται Πληγή.

Δεν ξέρω,μη θες να ξέρεις κάθε μέρα,
κουράστηκα να λέω κάθε μέρα πως μοιάζω,
πλαγιάζω είναι τ' όνομά μου,
πεθαίνω είναι τ' όνομά μου,
αγάπη είναι η ασπίδα μου,
κάτω απ το δέρμα ο θησαυρός μου.

Πονάω
σ' αυτή την άκρη του χρόνου,
διασχίζω το γραφτό κι αλλάζω το τέλειωμα,
ασύλληπτος στο άπειρο μιας μορφής αφηρημένης,
χωρίς αρχή,
σαν από μεγάλο ψέμα το γέννημα. 

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2018

Τα καλοκαίρια
χώριζε ο έρωτας την ανάγκη,
πιο κάτω άφηνε την αφή
να κερδίζει συνέχεια,
ύστερα χρωστούσε του χρόνου το ξόδεμα.

Πήραν τα σύννεφα να κρύψουν τη βασιλεία του μπλέ
πάνω στ' απογεύματα
που 'χουν φτιαχτεί για μας
αψεγάδιαστα, υπομονετικά,
πάνω στα κορμιά μας που ο ιδρώτας μαλάκωνε την θέληση,
άφηνε τις ρυτίδες
τη σκόνη του θορύβου
τη σιγουριά που βουτούσαν τα χέρια.

Τα καλοκαίρια
πιστός στην όψη του ήλιου
αφουγραζόμουν της νύχτας το διάφανο
μ' ένα τραγούδι ριγμένο στο χώμα.

Όλα, σιγά σιγά περνούν,
τα σύννεφα,
άκουσέ με
όλα τελειώνουν στην ανατριχίλα της αβύσσου.
Χωρίς διάκριση,
χωρίς ξετσιπωσιά, χωρίς υστερία,
κάνουν ένα κύκλο -σχήμα γνωστό και όμορφο-
                               όλα πεθαίνουν.

Τα καλοκαίρια
ο θάνατος είναι γλυκός και ύπουλος,
βοσκάει στα μονοπάτια της μνήμης.

Θα κοιμηθώ για λίγο
ν' ονειρευτώ
τα χρώματα της λύπης και της χαράς
κλεισμένα σε μια παλάμη,
πάνω στη λαβή ενός μαχαιριού σκαλισμένα με ακρίβεια,
πόσες ανάσες μέτρησα πάνω στ' ατσάλι
το μίσος που όμορφα έδενε το ξύλο με δυο καρφιά -θυμάσαι...

Έπιασε το μαξιλάρι
ζάρωσε τη στιγμή
πάνω στα καλοκαίρια που μίσησε.

Κυριακή 13 Μαΐου 2018

Την μέρα που πέθανε ο Elvis

(προδημοσίευση για την γιορτή της μητέρας)



   Ίσως εκείνο το ξημέρωμα να ‘ταν σχεδιασμένο από τον ίδιο τον Elvis κατά τέτοιο τρόπο που να έκανε το παρελθόν τόσο όμορφα σχεδιασμένο. Δυο τρεις γρήγορες ανάσες, ένας ήχος απόκοσμος, ίσως μία γρήγορη ματιά στον τελευταίο ακίνητο μικρόκοσμο και η ροζ Κάντιλακ άναψε την μηχανή της. Έφυγε ευθεία μπροστά πάνω από τον βράχο και έστριψε απότομα πάνω απ τον κάμπο της Μηλιάς. Την είχε αφήσει να καθίσει μπροστά, δίνοντας του την ευκαιρία να εξασφαλίσει τον έλεγχο από το πίσω κάθισμα. Ο Elvis είχε προγραμματίσει το ταξίδι χωρίς πολλές παρακάμψεις, ευθεία μπροστά για το Memphis. Δεν ξέρω αν ο προορισμός ήταν αυτός που περίμενε αλλά όταν σχεδιάζεται από έναν βασιλιά είναι πολύ δύσκολο να παρέμβει η γνώμη ενός απλού θνητού.
   Δεν μπορώ να ξέρω αν η γνωριμία της μάνας μου με τον Elvis ήταν πρόσφατη ή έγινε πιο παλιά και απλά τώρα πραγματοποιούσε κάποια συγκεκριμένη συμφωνία από το παρελθόν. Το thats all right mama ακουγόταν δυνατά από τα ηχεία της Κάντιλακ καθώς πατούσε γκάζι για να ανέβει την ανηφόρα του Μαινάλου, αφήνοντας πίσω τα γεμάτα αμπέλια και τα χωράφια με τις ντομάτες και τα καλαμπόκια. Το σαπισμένο σώμα έκανε μία αντίθετη διαδρομή προς τη σήραγγα του Αρτεμισίου. Αφού πρώτα μπήκε σε ένα ψυγείο για να κρατηθεί μέχρι το θάψιμο σε έναν απλό τάφο της Αγ. Τριάδας. Παρέα με την Κατίνα και την Ζαχαρούλα από την μεριά του σογιού της και τον Δημητράκη τον άντρα της, που ποτέ δεν μπόρεσε να καταλάβει πως έπεσε μέσα σε κείνο τον τάφο μετά από μία κηδεία που ούτε κι αυτή θυμόταν τίνος ήταν. Αλλά αυτά έχουν να κάνουν με το σώμα της, που διέγραψε μία πορεία 90 χρόνων, ασήμαντη για διάρκεια ζωής πάνω στη γη και ανύπαρκτη στο ταξίδι του σύμπαντος, αλλά για την ματαιοδοξία των συνταξιδιωτών της, μεγάλη και άξια. Ένα σώμα που πέρασε από πολλές φάσεις μέχρι που σάπισε ακίνητο σε ένα νοτιοδυτικό δωμάτιο μακριά από την αγαπημένη της πόλη το Ναύπλιο.
   Ο Elvis την χτύπησε στην πλάτη και την ρώτησε αν θέλει κάτι ή αν την ενοχλούσαν τα ανοικτά παράθυρα καθώς ο αέρας χαλούσε το χτένισμα της. Αυτή την φορά είχε έρθει από το Memphis κάποιος και της έφτιαξε τα μαλλιά. Ήταν πολύ καλύτερα από εκείνο το χτένισμα στο Αργος  που θύμιζε της κυριούλες που ανέβαιναν με το ΚΤΕΛ στην Αθήνα τη δεκαετία του 70, όταν σταματούσαν για σουβλάκι και τσιγάρο στον Ισθμό, αυτό το φουσκωμένο μαλλί που η κουρτίνα του λεωφορείου του είχε δώσει ένα σχήμα απόλυτου decadence. Άνοιξε ένα βαλιτσάκι ταξιδιού και έβγαλε από μέσα σάντουιτς και μοίρασε, ακόμα και στον οδηγό. Αυτά με την τηγανητή μπανάνα και το μπέικον. Ασφαλώς και το πήρε κοιτάζοντας κρυφά την έκφραση του οδηγού για τίποτα αρνητικές, λόγω γεύσης, γκριμάτσες. Έκοψε μια μεγάλη μπουκιά και με τρόπο πέταξε το υπόλοιπο έξω από το παράθυρο κάπου πάνω από τα βουνά της δυτικής Πελοποννήσου.  Η γεύση ήταν καινούργια και το καινούργιο δεν χώραγε στην κοσμοθεωρία της. Εκτός και αν ήταν πρόταση της Ζαχαρούλας ή του Νίκου όπου εκεί επικρατούσε η δύναμη του σογιού. Τόσες Κυριακές χαμένες σε κρέας με πατάτες, σε κοκκινιστό με μακαρόνια και στα μεγάλα κέφια τα μακαρόνια βρασμένα μέσα στη σάλτσα –μπλούμ. Βέβαια σε αυτό ευθύνη μεγάλη έφερνε και ο πατέρας που οι γευστικές του επιλογές απασχολούσαν το πολύ πέντε με έξι αριθμούς. Οπότε αυτός ο συνδυασμός έκανε την ποικιλία της γεύσης αρκετά προβλέψιμη. Και η εξαφάνιση του φαγητού ήταν ένα από τα προτερήματα της. Πάντα υπήρχαν χαρτοπετσέτες για την εγκατάλειψη μεγάλου μέρους του φαγητού, που θα πήγαινε στις γάτες του Πέτρου, στον Κάρλο ή αργότερα στον Λούη ή στην Ντρούνα – τα σκυλιά που πέρασαν από δίπλα της- ή απλά στα κεραμίδια της Αγγελικούλας που εξαιτίας όλων αυτών των σκουπιδιών, μαζί με τα δικά μας παιχνίδια, θύμιζαν σκουπιδότοπο παρά στέγη σπιτιού. Ο οδηγός τέλειωσε το φαγητό του μαζί σχεδόν με τον Elvis και πάτησε ξανά γκάζι πάνω από το Ιόνιο περνώντας αριστερά από την Ζάκυνθο.   
    Θα θυμήθηκε τις διακοπές στην παραλία του Λαγανά και κοίταξε επίμονα προς τα κει μήπως και διακρίνει τα ίχνη που αφήνει ο χρόνος, μήπως καταλάβει αν όντως άξιζαν όλα αυτά τα χρόνια για αυτό το τέλος. Θυμήθηκε τα δυο της κουτσούβελα να τρέχουν στην άμμο και δεν μπορούσε να διακρίνει τι ήταν αυτό που τα έκανε τόσο χαρούμενα και ταιριαστά. Κάρφωσε το βλέμμα της στις θύμησες και προσπάθησε ν’ ακούσει τα γέλια,   αλλά η ταχύτητα του αυτοκινήτου έκανε την παρατήρηση και μάλιστα από τέτοιο ύψος, απαγορευτική. Τώρα όλοι έχουν τα χέρια με τους αγκώνες έξω από τ’ ανοικτά παράθυρα και η μουσική αφήνει ένα διάφανο άρωμα στ’ αυτιά τους.
-Θα ‘θελες να αλλάξουμε τραγούδι; Είπε ο Elvis θέλοντας να πιάσει κουβέντα και να την κάνει να αισθανθεί λίγο πιο άνετα.
-Όχι μια χαρά είναι αυτό… και  συνέχισε να μουρμουρίζει την μελωδία  από το τραγούδι  Take my hand, Take my whole life too
For I can't help falling in love with you 
   Ο Elvis γύρισε το κεφάλι του στο παράθυρο και αφουγκράστηκε τη μουσική αφήνοντας την αρμύρα του Ιονίου να τσούζει τα χείλη του. Του θύμισε τις Κυριακές στο Tupelo την χορωδία της εκκλησίας που αν και τριών ετών τον παράσερνε σε ταξίδια και όνειρα. Θυμόταν τις μπάσες φωνές από τους Νέγρους να θρυμματίζουν την παιδική του ανάσα. Και η θύμηση αυτή έφερνε τη μυρωδιά από τους χωματόδρομους στην παιδική του γειτονιά και τη σκόνη από τα αυτοκίνητα που περνούσαν. Καθισμένος πλάι στη μάνα του άφηνε τον ρυθμό να πλακώνει το είναι του. Η μάνα μου συνέχιζε το μουρμουρητό της. Η χορωδία του Χαραμή έχει αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια πάνω στη ψυχή της. Και αν προσέξει κανείς λίγο καλύτερα θα δει το παράπονο της κλεισμένο κάτω από της ρυτίδες της για κείνα τα μαθήματα του πιάνου που δεν ήρθαν ποτέ. Πάντα θαύμαζε το δωμάτιο της κ. Κωστούρου με το μεγάλο πιάνο που αν σήκωνες το κεφάλι έβλεπες το Μπούρτζι και τη θάλασσα που έγλυφε τον κάμπο. Εκεί πάνω είχε ονειρευτεί άπειρες μελωδίες και ταξίδια που δεν έγιναν. Απέναντι το σπίτι της- το δεύτερο καθώς το πρώτο είχε χαθεί στα χρέη του πατέρα- και η παραλία από κάτω με τους λιγοστούς ανθρώπους να βολτάρουν πάνω κάτω. Ο Elvis την χτύπησε στον ώμο σαν να ήθελε να την κάνει να αισθανθεί όμορφα με το τραγούδι της. Τρόμαξε με το άγγιγμα, μιας και καιρό τώρα δεν την άγγιζε κανείς πια, πόσο μάλλον τώρα χωρίς σώμα και για λίγο έχασε το ρυθμό. Για λίγο γύρισε το μυαλό της και αυτή στα παιδικά της χρόνια. Και ίσως εγώ μπορώ να βοηθήσω να βγάλει αυτή την ανάμνηση όσο γίνεται πιο σωστή, μιας και το μυαλό της έκανε τα δικά του και δεν ήταν τόσο εμπιστοσύνης πια.  

Τετάρτη 25 Απριλίου 2018

ΨΑΛΜΟΣ

Κλείνω τ' αυτιά για να γλιτώσω απ' της Σειρήνας το τραγούδι
του θεού ριγμένο αδιάκριτα στο χώρο,
κι από των ανθρώπων που πήραν τα λόγια στο κατόπι
συχνά κρυμμένοι στις ανάσες τους.

Αποτραβιέμαι.

Τινάζοντας ότι απόμεινε από το δίχως έλεος κυνηγητό τους,
γεμίζω με δύναμη το μυαλό και τη ματιά μου
και καταπίνω το σάλιο που βγήκε στη στιγμή της αδυναμίας.
Γέννημα φόβου.
Δικό τους απόκτημα όχι δικό μου.
Μόνο την υποχρέωση να σώσω έχω και να γλιτώσω την επικίνδυνη μεριά
από το μοίρασμα.

Καθισμένος στη λευτεριά ακουμπώ τα λάφυρα, ξανά και ξανά, και χορταίνω την αφή
με το ξάφνιασμα.
Κλέφτης της ίδιας της ψυχής.
Κλέφτης του απλού γεγονότος.
Δανειστής στο παράλογο
πορεύομαι,
στο δρόμο που βρήκα ορθάνοιχτο.
Δεν ρώτησα ποτέ το γιατί, κι ύστερα ποιος νοιάζεται γι αυτό.
Γελώ με όλη μου την καρδιά μπροστά στο γελοίο
που τόσο καιρό το κρύβατε για σπουδαίο.
Χάρισμα τώρα στον παιδιών τις πορείες, ψεύτες γι' άλλη μια φορά της συνήθειας,
καραδοκώντας το στραβοπάτημα.

Προσπάθησα να ρίξω τη σκιά του δέντρου πάνω στις φωνές σας.
Ίδια η κίνηση στο σύμπαν τις άφησε να φανούν όλες.

Ακολουθώ αυτό που ξέρω πιστά, αόρατα, ανεπαίσθητα, χωρίς να περιμένω τίποτα.
Παρά μονάχα το ένα,
της σκιάς το κούρνιασμα.
Τούτο θα 'ναι το δώρο σου κόσμε, γλυκέ και άμοιρε.
Δεν βλέπω άλλη διαδρομή μπροστά μου πια,
κι αυτή την παίρνω με τους ώμους σηκωμένους, ίδια και απαράλλαχτη κάθε φορά,
η μόνη αλλαγή είμαι εγώ, καθώς κάθε φορά καινούργιος περνάω τα ίδια σημεία και αφουγκράζομαι τα βήματά μου, κάθε φορά διαφορετικά πίσω από τις μνήμες που καθορίζουν τη δύση κάθε μέρας πως θα 'ναι.

Διώκτη της εφήμερης λύτρωσης άκουσέ με.
Πόσες θυσίες προτιμάς γι' αντάλλαγμα με μιας ώρας ύπνου;
Μη μου σηκώνεις το ανάστημα, να κρύψεις το κακό.
Άστο μπροστά να πέσει.
Και μέσα στο αίμα ας ομορφύνει από το κόκκινο.  

Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

χωρίς αρχή





Ήταν ακόμα 
νωπό το ρούχο από το αίμα
και το σκοτάδι ίδιο με το φως.

Εσύ μιλούσες στο τρελό κοπάδι
που έχτιζε τη καταδίκη σου
κι εγώ να ψάχνω την άκρη του κορμιού.

Δεν μπορώ να ξέρω 
αν θα μπορέσω να πληρώσω.
Δεν μπορώ να ζω
κάτω απ τον ίδιο ουρανό,
χωρίς να βλέπω,
χωρίς να αισθάνομαι.
Βαριέμαι να κοιτώ ψηλά
κοίτα εσύ αν θες κάτω.

Του κακού σύντροφος και δημιουργός
με την δικαιολογία του αντισταθμίσματος. 

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Μία Όχι και τόσο Ψεύτικη Ιστορία

             


                     Με την Farrah Fawcett γνωρίστηκα για πρώτη φορά λίγο μετά το Πολυτεχνείο στο ψιλικατζίδικο του Ζαμάνη εκεί στην αρχή της ανηφόρας για το 3ο δημοτικό σχολείο. Ήταν ένα μικρό μαγαζάκι που πουλούσε διάφορα πράγματα για την γειτονιά και κάποια απαραίτητα για το σχολείο, όπως σοκολάτες ΙΟΝ, Παυλίδη Υγείας, και τύχες με χαρτάκια από ποδοσφαιριστές, αυτοκίνητα, ηθοποιούς και άλλα που δεν θυμάμαι. Τα χαρτάκια ήταν το βασικό παιχνίδι, μετά το ποδόσφαιρο μπροστά από τις τουαλέτες (αν έβρεχε, μέσα) με τενεκεδάκι από κονσέρβα για μπάλα (με καλύτερη ποιότητα σε φάλτσα από τα ζαμπόν Zwan και τα Godzilla corned beef).
Την μέρα εκείνη είχα αγοράσει δύο πακέτα με τύχες και μια μικρή Παυλίδη για να έχω lunch μαζί με το φραντζολάκι από του Τσαμπάση που προμηθευόμαστε από το κυλικείο του σχολείου. Λίγο μετά την πόρτα του Ζαμάνη ανοίγω τα φακελάκια με τις τύχες. Οι πρώτες φωτογραφίες από κάποιους ποδοσφαιριστές και λίγο πριν το τέλος οι «Άγγελοι του Τσάρλι». Κοντοστάθηκα στην ανηφόρα παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Η Farrah κάθονταν στα αριστερά. Εκείνη την ώρα με πλησίασε ο Νίκος ο Μαραγκός για να συνεχίσουμε μαζί για το σχολείο και ‘γω αστραπιαία έκρυψα την Farrah στην τσάντα μου αφήνοντας σε κοινή θέα τον Κυράστα, τον Γαλάκο, τον Λοσάντα και αν δεν κάνω λάθος και τον Πουπάκη. Αρχίσαμε να μιλάμε για το πόσο σπάνιο ήταν το χαρτάκι με τον Πουπάκη αλλά και το πιο σπάνιο ακόμα με τον Κελεσίδη και ότι με ένα τέτοιο στη τσέπη άνετα το άλλαζες για τουλάχιστον είκοσι, άλλα και με απαίτηση να υπάρχει σε αυτά και κάποιος από Βραζιλία. Έξω από του Σαλβάνου και ενώ ο Νίκος είχε ανέβει τα πλαϊνά σκαλοπάτια ρίχνω μια τελευταία ματιά στη Farrah…ακόμα εκεί στ’ αριστερά να με κοιτάει. Η πρώτη ώρα είχε ανάγνωση και ορθογραφία καθώς και η δεύτερη. Στο τρίτο διάλλειμα μετά τα μαθηματικά την ξανάδα και μετά λίγο πριν το τέλος στα θρησκευτικά. Έπρεπε να μοιράσω την γνωριμία μου γιατί το βάρος της ήταν ασήκωτο και στο γυρισμό από την Καρατζά και λίγο πριν την άπλα του Πούλου το ξεστόμισα στον Θανάση τον Νανόπουλο. «Την ξέρω»… μου είπε κοφτά και συνεχίσαμε. Ξέρει την Farrah; Την Farrah που μόλις εγώ είχα γνωρίσει; Δεν μίλησα άλλο γι αυτήν και στη Γούναρη μετά τον χωρισμό μας την έσκισα και την πέταξα. Το αριστερό μέρος μόνο, γιατί η Kate Jackson μια χαρά κορίτσι φαινότανε και κανείς δεν ήξερε ακόμα γι αυτήν.
Την άλλη την ξανασυνάντησα αρκετές φορές από τότε αλλά δεν ήταν το ίδιο. Κάτι είχε σπάσει μέσα και στους δυο μας. Την μία φορά την αντάλλαξα με τον Ζαϊρζίνιο και μια άλλη με τον Γιόχαν Κρόιφ και μετά την ξανάδα τυχαία σε κάποια άλλα χέρια, μακρινά. Μέχρι που ήρθε η γνωριμία με την Jacqueline Bisset στον «Βυθό» στο καλοκαιρινό σινεμά «Ηλέκτρα» που έμελε να γίνει το ξεκίνημα μιας φουρτουνιασμένης σχέσης. Μόνο που στο τέλος του 78 δεν υπήρχαν χαρτάκια να την ανταλλάξω για κάτι καλύτερο και χάθηκε στη σκιά της Ornella Muti στο “la vita e bella”

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

οι Φόβοι στις άκρες

Σε κάποιο σκοτεινό σημάδι του Σεπτέμβρη βρήκα κρυμμένο 
το κομμάτι της ψυχής που χρειάστηκε για να κλείσει το σώμα,
να το προστατεύσει απ της αυγής το φίλημα,
την ώρα που τρέχει μέσα από δρόμους στενούς να λιώσει την εμμονή.

Ακούω το αίμα που σφηνώνει στους κροτάφους
ακούω τη λύσσα που αφρίζει το σάλιο,
πως να χτυπήσω τη γροθιά ξανά πάνω στη πέτρα.
Όμως μη θες να βρεις παρηγοριά στου πόνου το λημέρι,
αν δεν ακούς τα χάδια της αγάπης.
Και αν φωνάξω δυνατά μέσα στην άδεια μνήμη μη φύγεις.

Σταυροφόρε του ήλιου
αλίμονο στη στιγμή που θα κλέψω την ομορφιά μου για την δικιά μου παρηγοριά,
σ' ένα κατάμεστο από φωνές μυαλό αυτονόητο παιχνίδι στις όχθες της πίκρας,
κατηφορίζω μαζί σας στο βάθος, για να πάρω του τέλους τη γεύση,
άρωμα αληθινό χτυπημένο στους ανέμους που χωρίζουν το σπίτι στην άκρη της αφήγησης.
Και αδειάζουν σε μια τρύπα όλο το άλλοθι που 'χαν αφήσει για του φόνου τη μέρα.

Βαρέθηκαν πια να περιμένουν,
άκου πως φεύγουν τα κορμιά,
άκου πως δακρύζουν οι γυναίκες που χωρίς τροφή αφήνουν το μυαλό τους στης αγωνίας το κάλεσμα.
Όμως εγώ αργώ να βγω, να δω το τελείωμα,
γιατί ο φόβος είναι φίλος παλιός πολύτιμος κάθε φορά που τον συναντώ. 
Μαζί του έμαθα να παίζω
να κερδίζω
να χάνω
να φεύγω στην άκρη του τέλους
να διαβάζω τα σημάδια
σ' ένα κρυφό παιχνίδι αφηρημένης ουσίας που είναι θεμέλιο για το αύριο.

Φόβε που κατοικείς πίσω στο αίμα μου έλα ξανά να αγκαλιαστούμε.
Φόβε που διαβαίνεις το κατώφλι της μνήμης σφίξε δυνατά με την θηλιά σου.
Φόβε αδερφέ μου
πόσο αλήθεια μου 'χεις λείψει
τόσες νύχτες χωρίς ιδρώτες και των ονείρων το πέρασμα απλό
σαν όμορφη δενδροστοιχία αρχή του Φθινοπώρου.
Κοίτα με
πόσο δυνατός μπορεί να είμαι σ' αυτό το διάστημα,
πόσο χαίρομαι που αρχίζεις το χορό σου φίλε τρισάθλιε,
ακουμπώντας τη γνώση, ρουφάς τη σκόνη σ' ένα δρασκέλισμα σου πάνω στο καθημερινό. 
Χωρίς σταματημό διατάζεις, φόβε που βρίσκεσαι μέσα στα χαρτιά.
Άφησε με να βρω το χρώμα σου
να μαντέψω τη μυρωδιά σου
πάνω στα σαπισμένα από το χρόνο
φύλλα της νιότης μου
που θυσίασα για σένα
αχάριστε φίλε μακρινέ.

Όλα απόψε μαζί μου στο χόρτασμα, σκαρφάλωσε ξανά στη ραχοκοκαλιά μου
και κάνε τα σκέλια μου να κοπούν στα δύο,
μούδιασε ξανά την καρδιά μου
δέσε το στομάχι μου κόμπο, αποκρουστικέ μου σύντροφε να 'ξερες πόσο σ' αγαπώ.
Αφήνεις το παιχνίδι στη τύχη του, μόνο που ξέρουμε καο οι δυο μας το αποτέλεσμα -άκου τα γέλια μέσα στη νύχτα- σε βλέπω
πάνω απ τα στεφάνια τους.
Μην κρύβεσαι πια τώρα που ξέρω, μαζί θα λιώσουμε το δάκρυ της απόγνωσης και θα είμαστε βασιλιάδες της προσήλωσης στο κενό που αφήνει η μυρωδιά τους.
Ζητιάνοι της στιγμής.
Παντοκράτορες στους αιώνες.

Εμείς που βρήκαμε του ουρλιαχτού το μονοπάτι
και κάτσαμε μαζί στο σκότωμα της τύψης, πόσοι χαίρομαι που απόψε βρίσκω την ίδια στιγμή καρφωμένη σε δύο κομμάτια πανιού. Πόσο δυνατός γίνομαι, χρησιμοποιώ τη γνώση πάνω στο τετριμμένο και βγάζω το στέμμα της βασίλισσας.

Θέλω να διώξω την ασχήμια του μυαλού σας πίσω απ' το φως. Ακούστε για λίγο μια προσπάθεια που ξεκινάει ένα μέτρο μετά της νίκης της ιαχές.
Αναρωτήθηκες ποτέ 
τι 'ναι αυτό που χρειάζεσαι για να ζήσεις. 
Άσε να σου δείξω λίγο τον τρόπο της ζωής
έτσι όπως τον έκλεψα απ τον καθρέπτη,
έτσι όπως τον βρήκα θαμμένο 
κάτω από ένα σωρό φωτογραφίες με αρώματα νύχτας
ριγμένες στις άκρες των ματιών
καρφωμένες στις ενδείξεις
ενός μάταιου δωματίου
που αποσκοπούσε στης ζήλιας το ξέπλυμα.
Άσε να σου μάθω 
το μέγεθος της ψυχής μου
και της δικιάς σου.
Σταμάτα πια να την αφήνεις 
χωρίς τρφή
στη μέση μιας νύχτας
καμωμένης από της μέρας τον περίσσιο λούσο.
Καταραμένοι κλέφτες του ονείρου στις άκρες των κλαδιών που τρίζουν πατούν οι μέρες σας.
Αρχίζω τώρα να ξεσπάω πάνω στην ώρα
που η καρδιά δένεται με το σήμερα
με την ιδέα του ενός
ακόμα φοβάμαι,
ακόμα να δεις πόσο προχώρησα πάνω στις δικές μου αμέτρητες ανηφοριές.
Αρχίζω να δείχνω απ την αρχή τη προσπάθεια,
ίσως κάποια στιγμή να πιστέψω πως αυτό που χάθηκε ήταν της φαντασίας παιδί,
ίσως κάποτε να βρω της λησμονιάς το καυτό χνώτο απλωμένο στη πλάτη μου.

Ακόμα φοβάμαι
την άδεια σκηνή που χώρεσε τόσες απέραντες ομορφιές,
μονολόγους 
που δεν τέλειωναν στην τελεία,
απλά κυλούσαν
στο σκοπό της καρδιάς
περιγράφοντας μια στιγμή καρφωμένη στη σχισμή ενός μυαλού
που στη μνήμη
βαστούσε ακόμα την ομορφιά μιας ζωγραφιάς στο πίσω μέρος του τετραδίου
χιλιοστολισμένη με γράμματα άσχετα κι αριθμούς άνισα μοιρασμένα.

Ακόμα γελάω με το μικρό άνοιγμα στη πράξη της τελειότητας που γέμισε ξανά τη θάλασσα.
Ένοχε θυρωρέ της ψυχής μου
άνοιξε.

Ακόμα φοβάμαι
πως ν' αντέξω μιας νύχτας το βόλεμα,
μετράω την ασχήμια και την αφήνω αρχηγό 
ολέθρια σχέση ακουμπισμένη στο πέλαγο.

Χωρίς ήχο πια μοιράζω την μορφή μου
πάνω στις μέρες που κλείνουν την ανάγκη,
ακόμα φοβάμαι πόσο δυνατός μπορεί να 'μαι. 

Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2017

          ΟΔΟΣ ΦΥΛΗΣ




              Ήταν από εκείνες τις τρίτες που οι περισσότεροι φαντάροι δεν σπαταλούσαν τα λεφτά τους στους έρωτες της οδού Φυλής και η παγωνιά άφηνε την πόρτα κλειστή για ώρες κρατώντας μέσα αυτό το φτηνό άρωμα που ‘χε ποτίσει τα πάντα στο σπίτι.
Η γριά Λουκία, μια αδερφή που ‘χε ξεμείνει στα μπουρδέλα νομίζοντας ότι έτσι θα διώξει τους χρόνους που βάραιναν τη πλάτη της, χάζευε τα σεντόνια από τις ανοικτές πόρτες στα δωμάτια κουνώντας νωχελικά τα πόδια της και κάθε τόσο κοιτούσε λοξά την Μαρίνα που τα μπούτια της τόσο αναπάντεχα όμορφα περίμεναν στην άκρη του ματιού της. Η Μαρίνα δούλευε πουτάνα εδώ και δώδεκα χρόνια, πάντα σε σπίτι και με ιδιοτροπίες για την πελατεία της . Είχε καταφέρει να επικρατεί ησυχία ναού στην αίθουσα αναμονής σε αντίθεση με τη χάβρα που επικρατούσε στην περιοχή και ειδικά τις μέρες που οι άντρες είχαν διαθέσεις που διακρίνονταν στα φουσκωμένα παντελόνια. Με τη Λουκία είχαν σχέσεις καθαρά επαγγελματικές και ψυχρές που έφταναν σε ατέλειωτες μάχες ακόμα και μπροστά στους πελάτες που τις άκουγαν πίσω από το μικρό καμαράκι που χρησιμοποιούσε η Μαρίνα για να ετοιμάζεται. Στεναχωριόταν η Λουκία και έπνιγε το θυμό της εξαιτίας της δουλειάς που’ χε τόσο ανάγκη τώρα που η ομορφιά της είχε περάσει μέσα της. Αναπολούσε τέτοιες στιγμές τα νιάτα της που οι άντρες άφηναν τις ντροπές και σκορπούσαν τα σπέρματα τους πάνω στις κολασμένες μέρες της .Όχι η Μαρίνα δεν ήξερε τίποτα για τα χρόνια που’ χε περάσει τότε που ακόμα στην καρδιά της η Λουκία ερωτευόταν και χώριζε ,απατούσε και ζήλευε και χαλούσε τις συνταγές μιας ολάκερης γενιάς στο τι είναι αντρικό και στο τι πρέπει. Αυτή την Τρίτη, που εξαιτίας της μεγάλης εβδομάδας που τύχαινε να είναι και το μπουρδέλο έπαιρνε μια μορφή καθαρτηρίου, η Μαρίνα είχε αποφασίσει να μην δώσει αφορμή για καυγά με τη Λουκία. Φορούσε μια μακριά νυχτικιά κόκκινη που έκρυβε επιμελώς το κορμί της αφήνοντας το κάθε μάτι που θα την αγόραζε να φανταστεί  μια συνέχεια που θα οδηγούσε το χέρι στη τσέπη.
              H πόρτα ήταν η ανάσα της Λουκίας καθώς μαζί της έπαιρνε και τη κάθε σκέψη της που γυρνούσε στα μίση και στα υπαρξιακά της προβλήματα που τώρα τελευταία είχαν γίνει αφόρητα. Τόσα χρόνια πάνω της γέμισαν το πίσω μέρος του μυαλού της και αυτό με τη σειρά του ζητάει να γεμίσει τα κενά που δεν χόρτασε. Προσπαθεί να ξεγελάσει το χρόνο χρεώνοντας με μίσος της μέρες της. Προσπαθεί να ημερέψει της μνήμες της μέσα από τη δανεική ομορφιά της Μαρίνας που άθελα της την απλώνει σπάταλα πάνω στις ζάρες της.
              _ Μη κάθεσαι πολύ στα δωμάτια με τους πελάτες, στη σάλα μετά γίνεται ένας χαμός και μετά χάνουμε και μερικούς από δαύτους
H Μαρίνα δεν απάντησε γιατί  μια κουβέντα τέτοια θ'άναβε τη μάχη που το αμφίρροπο τέλος της εκείνη τη στιγμή έμοιαζε εφιάλτης που θα στοίχειωνε στις αύρες τους. Γύρισε τη πλάτη της στην τηλεόραση και δυνάμωσε λίγο τη μουσική. Ο σταθμός ήταν από καιρό βαλμένος στο ράδιο και κανείς δεν ενοχλήθηκε από την επανάληψη που μάλλον συνέβαλε στο να συντηρείται ένα τέτοιο κλίμα. Κάποια λαϊκά, άτυχες στιγμές για τους δημιουργούς τους, έκαναν την ατμόσφαιρα ιδανική για αγορασμένους έρωτες. Μερικές φορές η Μαρίνα χόρευε στο καμαράκι και μουρμούριζε κάποιους στίχους που μάλλον από τις πολλές φορές είχε μάθει παρά από την αξία που'χε για 'κείνη το τραγούδι.   Τότε άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ένα αγγελικό αντρικό κορμί και μαζί του και μια παράξενη αίσθηση φόβου. Η Λουκία σηκώθηκε και πήγε στη σάλα για να αναγγείλει τα προσόντα της Μαρίνας. Πήρε μια βαθιά ανάσα και αφού με τα μάτια της έγδυσε αυτό το πλάσμα άρχισε να λέει τα λόγια της.
             - Το κορίτσι δουλεύει και κάνει πολύ ωραία δουλειά...
Τα λόγια της έμειναν στον αέρα καθώς η Μαρίνα με αυτό το λιονταρίσιο ύφος μπήκε στην αίθουσα και τα πόδια της μπροστά απο το κάθε τι εκει μέσα έδειξαν το ποιός θα ναι ο νικητής. Σηκώθηκε να μπει στο δωμάτιο και μαζί έδωσε και τα λεφτά στη Λουκία που εκείνη τη στιγμή έστρωνε και τα σεντόνια τους.
            -Μισό και σου φέρνω τα ρέστα , είπε και η φωνή της είχε θυμηθεί κάτι απο τα παλιά. Την ώρα που γύρισε να δώσει τα λεφτά αυτός ήταν όρθιος και γυμνός φτιάχνοντας τα ρούχα του με τάξη στη καρέκλα. Με το ένα χέρι δείνει τα λεφτά και με το άλλο τον αρπάζει απο τα σκέλια του. Γονατίζει και αφήνει τη γεύση του να νικήσει τα χρόνια. Δευτερόλεπτα μετά ήταν όρθιος και αφού ζήτησε ταπεινά συγνώμη άνοιξε και γύρισε στο καμαράκι λέγοντας στη Μαρίνα ότι τα πάντα ήταν έτοιμα. Έφυγε η Μαρίνα για το δωμάτιο με μια σιγουριά απέραντα όμορφη, κάνοντας τα βηματά της σαν του αλόγου σταθερά. Μπήκε και έκλεισε τη πόρτα πίσω της και μαζί και τους θορύβους του δρόμου και της πόλης καθώς και τις βαθειές μακρόσυρτες ανάσες της Λουκίας που σαν πρωτάρα της ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει το καρδιοχτύπι  του έρωτα απο την καρδιακή προσβολή που την περίμενε μόνη στα 75 της χρόνια σε ένα καμαράκι ενός μπουρδέλου της οδού Φυλής. Χαμογέλασε πριν πεθάνει γιατι βαθειά μέσα της ήξερε οτι αυτή ήταν εκείνη τη στιγμή η πιο ευτυχισμένη αδερφή πάνω στη γη, σκοτωμένη απο το ακόντιο ενός πολεμιστή που της τρύπησε πέρα για πέρα τις ζαρωμένες σάρκες σημαδεύοντας στο κέντρο της ομορφιάς της ακριβώς εκεί που κάποιοι το λένε πεπρωμένο...


Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017

...



Ίσως ποτέ δεν βρούμε
το χώρισμα
από το επιβεβλημένο στο αυθόρμητο
παρά σε μια γωνιά
κρυμμένοι
καραδοκούμε
τη σειρά
μας να πεθάνουμε.

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

ΠΟΛΙΤΙΚΗ


Ακόμα μονομαχώ
πάνω στις ιδιοκτησίες της απόλαυσης.
Ακόμα προσποιούμαι
της μνήμης την γενναιόδωρη σκιά.
Ακόμα βρίσκω
της ασχήμιας την φρεσκάδα
πάνω στα πρόσωπα.

Μένω κοντά σας ξανά μικροί μου άνθρωποι.
Αλωνίζω πάνω στα στάχυα
ξεδιαλύνωντας τους σπόρους.
Πόσο αντέχω της λόγχης το γλυκό κόψιμο,
συνήθεια
στις δικές σας μέρες.

Φύλακας,
μιας πύλης άγνωστης,
αδιάβατης,
σκουριασμένης,
απρόσμενα άσχημης στην άκρη της τύχης.
Περιμένω τον ερχομό σας
να διαλύσω την αδηφάγα βασιλεία σας. 

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017

αυτογνωσία 

Έχουν σωπάσει τώρα οι κραυγές
ενός αθέλητου παιχνιδιού στο χρόνο,
μιας μάγισσας ξόρκι στην αβέβαιη μεριά της διάστασης.

Όμως ακόμα υπάρχω
κάθομαι
απλά
στην ξαφνική αδιαθεσία
ενός κόσμου
απέραντα
μελαγχολικού,
διακηρύττοντας
το χρώμα το κόκκινο
και ανακαλύπτω πίσω από τις σημασίες των γραμμάτων
το κενό της ομορφιάς και του σύμπαντος
κρυμμένος πίσω από τους πλανήτες
κρυφοκοιτάζω τη διακόσμηση μιας ψυχής.

Αρχιτέκτονας
στο τυχαίο
ρακένδυτος
απρόσμενα διαφανής
περπατάω
και πάω
ίσα
σε μια κατεύθυνση μαθηματικής ακολουθίας
χαλώντας το περιτύλιγμα,
βρίσκω της ασυναρτησίας την απόλαυση
προσδοκώ
του χρόνου τη λήθη.

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2017

Δωμάτια

Δεν είναι μεγάλο το δωμάτιο
έτσι απλώνεις τα χέρια
πάνω κάτω αυτό είναι όλο.
Μόνο που χωράει τη μέρα,
τη νύχτα δύσκολα.
Κι από τους τοίχους
μπορείς κάθε φορά να ξεκρεμάς
                               τις αναμνήσεις.

Ακούμπησα για λίγο στην άκρη του κρεβατιού 
με τα χέρια ανάμεσα στο πρόσωπο.
Άκουσα τους χτύπους της καρδιάς στο λαιμό.
Πόσο βάρος έχει απόψε ο αέρας πάνω στα πνευμόνια.

Σιγά-σιγά αναπνέω.

Πόσο δύναμη βάζεις
                       για ν' ακουστείς
μ' αυτό τ' ωραίο τραγούδι. 

Φώναξε κι άλλο
                  μόνο του δεν φτάνει.

Χτυπούσαν την πλάτη φιλικά
και σπρώχναν πιο μέσα τη καμπούρα.
Ψαχούλευαν το δέρμα για σημάδια
εξηγήσεις για κάθε τι που χαλούσε την αρμονία,
μιας ευθείας γραμμής λίγο πριν τον θάνατο.

Χάσανε να μετράνε
δεν μπορούν πια να δουν την απόσταση
από ένα μικρό ψαλίδι
που κόβει το χαρτί
βάζει στην άκρη αγγελίες ψυχής
αναζητά την άκρη του πεπρωμένου
βυθίζει το μυαλό στο κέντρο της γης
φοβάται
απλώνει ρίζες
όσο τα χέρια του μπορούν
ψάχνει τη μαγεία του μυστικού
καταναλώνεται σε δύο στάλες νερό
απορροφά τον κόμπο στις λέξεις
τραγουδά δυνατά
δαγκώνει τα χείλη του
με το αίμα ανάμεσα στο σάλιο φιλάει στο στόμα τη νύχτα
αποκοιμιέται
ανάμεσα στα σκέλια τ' ουρανού.

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2017

ΝΥΧΤΑ

            ¨Άλλη μια νύχτα
             που μαζεύω κουφάρια τις σκέψεις
             πάνω στα σκεπάσματα.

Βλέπω την άκρη της
περασμένη σε βελόνα 
που τρυπά το δέρμα και το ενώνει.

            Δίχως δύναμη 
            έμειναν τα όνειρα.

   Περνάει η ανάσα
   και φωλιάζει στα πνευμόνια μου
   και κορμιά αλειμμένα με αμαρτίες
   ταΐζουν την ασύλληπτη κενότητα
   του κόσμου σας.

Άλλη μια νύχτα
που κοιμάμαι δίπλα μου.

Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ

Δεν φυσούσε καθόλου
και η μυρωδιά της κολόνιας είχε καθίσει
πάνω στις σιδερένιες λαβές του καθίσματος,
καθώς ανακατευόταν με τον ιδρώτα.
Κόλλησε στην άκρη της σκέψης μου. 
Το μόνο φαγητό
τα περιστέρια στα χέρια αυτών που ξέρουν.
Και τα παιδιά στις κούνιες 
σπρώχνουν με δύναμη την άκρη τους.
Μωρά στις αγκαλιές
τυχαίων συναντήσεων
και μάτια 
που περιμένουν να φανείς
χωρίς αυτά να σε γνωρίζουν.

Στο γαλάζιο παντζούρι ακουμπάς τη διάθεση,
φτιάχνεις τον κόσμο πού ίσως γύρεψες
ποτέ στα όνειρά σου..
Κλείνω τ' αυτιά μου στην απορία σου
και γυρίζω το κεφάλι μου στην απόγνωση.

Ψαχουλεύω στα μικρά διαλείμματα της ανάσας.

Στα χέρια τα ρολόγια περνούν
κάνοντας τον χρόνο τους υπαρκτό
να κυλά
δίχως αντίκρυσμα.

Σ' αυτή την άθικτη γωνιά της γης
τραγουδώ
και μετρώ στα δάκτυλα
πάλι και πάλι
το χάσιμο
ανάμεσα στις καθυστερημένες απολαύσεις
και στις πληρωμένες ματιές
των αγγέλων.

Μα πάντα χάνω το μέτρημα.


Πέμπτη 1 Ιουνίου 2017

ΓΈΝΕΣΗ

Δεν υπήρχε αρχή σ'αυτό το διάστημα
που να πρόδιδε την τάξη μιας μέρας.
Ούτε χρόνος να υποδηλώνει
                                 τυχαίες φόρμες
στο σχεδίασμα μιας ορισμένης στιγμής.
Και τώρα ζητάς να βρεθείς στη μέση στο στερέωμα,
με μόνη σου δύναμη την ανάσα, 
μια ανάσα δανεισμένη από το χώρο
ίσα που φτάνει γι αυτή την 
                                 διαλυμένη ζωή.

Μείνε  τώρα στο απόλυτο σκοτάδι
χαμένος από των άστρων το φως
και χωρίς νόημα σειρές
θα γεμίζεις τον κόσμο.
Περιμένοντας την επάνοδο
του κόσμου που πέθανε
       αβοήθητος
       χωρίς χρόνο
       σε κάποιο σημείο
της μοναδικής διάσπασης του είναι.

Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Ορατότητες 

Τούτη τη νύχτα
βρήκα το σκοτάδι,
χωρίς φως κοιμήθηκα,
                  χωρίς φωνή.

Πρόλαβα την αυγή που γεννιόταν
και ήπια από τη μήτρα του κόσμου
μέχρι εκεί που μπόρεσα.

Κάθισα προς το μεσημέρι
ήρεμος
λουσμένος με φως και με μνήμη.

Άπλωσα τη γνώση μου
στη σκιά του θεού σας
και ήταν μεγαλύτερη απ' την κόλαση.

Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

...

Σε μια νύχτα ξεφάντωσα
και στη διάρκεια μιας στιγμής 
ανοιγόκλεισα τα βλέφαρά μου.

Το κενό της μνήμης είναι που με βασανίζει,
συνοδοιπόρε της ανάμνησης μιας χαμένης ζωής.

Πόσες στιγμές χαμένες
σε κάθε ανοιγοκλείσιμο
των ματιών.

Μια ολάκερη ζωή 
πίσω απο βλέφαρα.