Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Λιτανεία

Στάζουν αίμα τ' αυτιά από τους κρότους και ο αντίπαλος στα βάθη της ψυχής σωπαίνει,
χωρίς οίκτο προσκυνώ τα μολυσμένα σου νερά Μάνα μου γη
και δεν αφήνω στον ορίζοντα ούτε ένα σύννεφο ντροπής να βγαίνει,
πήρα τους δρόμους του φεγγαριού από κοντά και βγαίνω έχοντας το στη πλάτη μου επάνω.

Απ τις ελιές πήρα κλαδί, λεπτό για το κεφάλι, κι απ τη γη πήρα τα πόδια να πατώ.
Πέτρες πολλές που σκόνταψα κι άλλες που πάτησα κι ανέβηκα ψηλά
τ' ανέμου συντροφιά να γίνω, ανοίγω πάλι την καρδιά διάπλατα
για να χωρέσει το διάολο και να τον κρύψω, όσο κι αν φεύγεις μακριά
εγώ θα το κρατώ σφικτά.

Πως θέλετε να ναι απόψε η Ζωή, δυο πήχες ζάχαρη κι ένα κουτί ζαχαρωτά
πολύχρωμα, μέρες ολόφωτες, κρύες μέρες χειμώνα, 
δυο τρεις γλαστρούλες φυτεμένες βασιλικό και δυόσμο,
μια καμπανούλα στην άκρη ενός κήπου.

Άφησε με ήσυχο, Ερινύες, του κάτου κόσμου ξωτικά, 
αφεντάδες για μια μέρα ξεριζωμένοι, μεταλλαγμένα σώματα φτιαγμένα από ιστό αράχνης,
που τόσο πύον κουβαλάτε στις πτυχές της κάθε σας σκέψης.
Φτηνά υποκατάστατα μορφής
Εμετοί σε σατέν σεντόνια
Πληγές ορθάνοιχτες για να θυμίζουν την Άνοιξη,
απόγευμα Κυριακής λίγο μετά το γήπεδο
εκεί που ο έρωτας γίνεται διαχρονικός
καταραμένοι σε τόσους θανάτους
υποταγμένοι στη σιωπή
από τις λάμπες νέον
απρόσμενα καθαροί, όμορφοι
πνιγμένοι στα νερά του βάλτου
κι όσοι στις γύρω όχθες τριγυρνούν
με την πανούκλα να τα βγάλουν πέρα,
           Πρέπει
                  Θνητοί.

Εγώ αυτός που παίρνω την αρχή, χωρίς να το ρωτήσω
σκύφτε καθώς περνάω
όσο πιο βαθιά μπορείτε, άθλιοι να με υπηρετήσετε
αγέννητοι ακόμα
προσεύχομαι στο θάνατο σας
να ναι άξιος για την Αλήθεια.

Ένα ρολόι υπενθυμίζει διαρκώς το πέρασμα της Γης στο διάστημα.

Άδικος ο κόπος να ξυπνάς πρωί απ τις καμπάνες του θεού τους
και είναι μάχη τρομερή αυτή που τα μάτια προσπαθούν να κλείσουν ξανά
παρασέρνοντας μαζί, τους ήχους μιας νύχτας,
όπως τα βότσαλα στη παραλία καθώς το κύμα περνά και σβήνει.

Τούτη η κραυγή μου ας γίνει δυνατή κι ας ταξιδέψει πάνω από τις θάλασσες
να μείνει για πάντα στου απέραντου τη λήθη φυλαχτό 
στους ταξιδιώτες του πόνου και στους βοριάδες τους κρύους,
αυτούς που πηγάζουν από την άβυσσο.

Κλεισμένοι δρόμοι, περπατώ ανάμεσά τους, με το στόμα κλειστό
όχι από φόβο, μόνο από δίκαιο. Απλώνω τα νύχια μου στον ουρανό 
κόβοντας κάθε σημάδι παρηγοριάς
                μονολογώντας
                        της καρδιάς το λυτρωμό
μια προσευχή μικρή, πεταμένη στα μούτρα από κάποιου θεού το περίσσεμα.

Ρακοσυλλέκτης των ψυχών, συλλέκτης αμαρτίας, ιερέας του πρόστυχου
λάτρης του αμετανόητου, ύποπτος λιωμένος στη διάσταση του χτες,
διαφεντεύοντας το πόνο που ρούφηξα σαν ένα σφουγγάρι
μουσκεμένο με αρμύρα και δάκρυα. 

Ανοίγω ξανά το βάραθρο,
Κριτής και Δήμιος μαζί, ότι μπορέσω να γλιτώσω από τη νύχτα
την αδηφάγα που μεγάλωσε σε ξένες αγκαλιές και θέριεψε
με το γάλα των μανάδων που ξέχασε στο δρόμο τον προορισμό,
γύρισε πίσω στην αρχή φανατικός του μοιραίου,
σαν παραμύθι απλό μ'αρχή και τέλος.

Φτάνει πια, πόσο ακόμα θα με κυνηγάς τρισάθλια τύψη,
σου 'δωσα την αύρα μου, τι άλλο θες αντάλλαγμα;
Ακόμα και την ψυχή μου;
Μόνο το σώμα μην ζητάς, δεν είναι εδώ.
Σε κάποιου θεού την αγκαλιά μάλλον θα βρίσκεται,
χρυσό και σε τυφλώνει και μαλακό σαν το πρώτο χιόνι του χειμώνα.

Σηκώνω τα μάτια ψηλά να βρω τον ίσκιο μου. Με της αγάπης το προσωπείο
γέλασα βαθιά μέχρι που χάθηκε.
 

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

V

Για μια στιγμή μονάχα προσπάθησα να σώσω την ασχήμια μου.
Μια στιγμή που κοίταξα στην άκρη του δρόμου.

Στιγμή είναι ο πόνος,
στιγμή είναι η ζωή,
στιγμή είναι ο έρωτας.

Το παντοτινό το κατέχει η γέννα.

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

IV

Έκλεισα απόψε το φως νωρίς 
και κάθισα μονάχος στη κάμαρα
χαζεύοντας το είδωλο μου στον καθρέφτη,
σκοτάδι και σάρκα και γυαλί.

Που 'σαι κρυμμένος 
σε ποιανού αστού το μυαλό κοιμάσαι απόψε
κι αφήνεις το σύμπαν μόνο του στο χάος.

Σε ποιανού αστού τις μνήμες κατοικείς 
κάτω από κουβέρτες αμαρτίας
                                  με πόσο τάξη βαλμένες στα ράφια.

Σε ποιανού αστού τη φαντασία θερίζεις
και κρίνεις.

με πόσο μίσος καρτερώ τη λύτρωση
και της αγάπης την κλεισούρα,
καλεσμένος σ' ένα κόσμο άρρυθμο,
φωνάζοντας,
με μια φωνή αγνώριστη σε όλους
πικρή, ψεύτικη
κραυγή συνήθειας στα αυτιά σας.

Φύγε,

πάνω από το πέτρινο πεζούλι,
με τις μαντζουράνες  και τα αίματα στα γόνατα.

Μέσα από ακτίνες ποδηλάτων
γρανάζια στη σειρά,
ζάρια ριγμένα στο χώμα.

Φύγε,

μέσα από κουρτίνες διάφανες.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

ΧΟΡΙΚΟ

Με πόσο μίσος Αχιλλέα θεόμορφε
σκέπασες απόψε το κορμί σου
μην έχοντας κοντά σου
την Βρισηίδα την ομορφοκάπουλη.

Ο κερδοσκόπος Αγαμέμνονας
πίνει τους χυμούς της
κάτω από το αραχνοΰφαντο φόρεμά της,
Διόθρεφτος βασιλιάς του Άργους.

Γραφτό είναι ο βασιλιάς νικητής
πάντα να βγαίνει μ' έναν κατώτερο
όπως ο γέρος μάντης λέει, όπως και συ.
Γραφτό είναι να χάνονται οι πατρίδες.

16/12/97


Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Τι κρίμα.
Να κάθεσαι 
στο καφέ
και να μην υπάρχει
τίποτα προκλητικά όμορφο
να ξεκουράσεις το βλέμμα σου.
Σαν τους πίνακες του Dali,
σαν τις πουτάνες στην Montmartre,
σαν τα αγάλματα του Πραξιτέλη,
σαν τους στίχους του Καβάφη.

Τι κρίμα . 

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ

Είναι πια αργά για όλα, ενώνεις το τέλειο με το παράλογο
ακροβατείς στην άκρη τους,
Μαϊμού ...με φωνάζουν, δεν έμαθες καλά το νούμερο σου,
πόσο πονάει αυτό το τσίρκο, ούτε ένας κλόουν στη σκηνή,
πρόσεχε τις τίγρεις, οι μάγοι που εξαφανίζουν τα πάντα,
ζωές γυναικών που τις κόβουν στη μέση
τραπουλόχαρτα μιας ζωής ανακατεμένα, τόσο καλά,
όμως ξέρουν που είσαι
χειροκροτείστε.
Όρθιοι.

Υποκλίνομαι κι εγώ.
Μαϊμού
πόσο περίμενα εκείνο το ζαχαρωτό, καλογυαλισμένες μπότες να στο δείνουν,
πατώντας στην άκρη της ουράς, προσέχοντας μη στη χαλάσουν
κι αναγκαστούν να δώσουν εξηγήσεις,
καλογυαλισμένες μπότες με ταΐζουν...
                             Ένα σκίσιμο στη τέντα
                             Ο ουρανός
                             οι βρομιές των ζώων, αποφάγια
                             εξαθλίωση
                             Θα φύγω
όσο πιο γρήγορα μπορώ, να μη το ράψουν βιάσου
Μαϊμού, κουτή και άσχημη
Βρωμιάρα μαϊμού
μόνη σου στη βρωμιά χωρίς πόνο.

Όχι δεν το αισθάνομαι το παιχνίδι σας.
ας μείνει για πάντα δικό σας,
κοκαλιάρα ψυχή που τρέχεις
                             βαραίνουν τα σύννεφα απ το κακό
και ρίχνουν απάνω σου το φταίξιμο.
Θ' αντέξω το πόνο όσο μπορώ
κι απ τις βρομιές θα παίρνω ζέστη και φαΐ,
μόνο που στο φασιστικό το τσίρκο θα 'μαι απ έξω
κι αν κάποτε να 'ρθω θελήσω για να δω
πληρώνοντας, θεατής
γιουχάροντας
δυο καλογυαλισμένες μπότες. 

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Πορεία

Αρνούμαι να ονειρευτώ
και να γυρίσω εκεί που ορίζεις
τρισάθλια μοίρα.

Αναπνέω τη πίκρα και την οργή
και το θυμό,
αέναη τροφή των προγόνων.
Πως να μοιράσω την ανείπωτη
βαθυστόχαστη ομορφιά της ψυχής μου
πάνω στη σήψη σου.

Μικρέ μου στρατιώτη
σκύψε
κι αγνάντεψε τον ορίζοντα.
Αυτό το μικρό παράθυρο
στο φωταγωγό
που χαλάει την αρμονία της θητείας σου.

Ν'ακούς το σβήσιμο του ιδρώτα
χωρίς να φοβάσαι.
Κι όσο το σφίξιμο της καρδιάς
δυναμώνει
να μου σφίγγεις το χέρι.
Στο μεταίχμιο μιας πορείας
που τόσο περήφανα χάραξε
ο αναστεναγμός μου
αρνούμαι να σιγουρέψω τη νίκη μου.