Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ

Είναι πια αργά για όλα, ενώνεις το τέλειο με το παράλογο
ακροβατείς στην άκρη τους,
Μαϊμού ...με φωνάζουν, δεν έμαθες καλά το νούμερο σου,
πόσο πονάει αυτό το τσίρκο, ούτε ένας κλόουν στη σκηνή,
πρόσεχε τις τίγρεις, οι μάγοι που εξαφανίζουν τα πάντα,
ζωές γυναικών που τις κόβουν στη μέση
τραπουλόχαρτα μιας ζωής ανακατεμένα, τόσο καλά,
όμως ξέρουν που είσαι
χειροκροτείστε.
Όρθιοι.

Υποκλίνομαι κι εγώ.
Μαϊμού
πόσο περίμενα εκείνο το ζαχαρωτό, καλογυαλισμένες μπότες να στο δείνουν,
πατώντας στην άκρη της ουράς, προσέχοντας μη στη χαλάσουν
κι αναγκαστούν να δώσουν εξηγήσεις,
καλογυαλισμένες μπότες με ταΐζουν...
                             Ένα σκίσιμο στη τέντα
                             Ο ουρανός
                             οι βρομιές των ζώων, αποφάγια
                             εξαθλίωση
                             Θα φύγω
όσο πιο γρήγορα μπορώ, να μη το ράψουν βιάσου
Μαϊμού, κουτή και άσχημη
Βρωμιάρα μαϊμού
μόνη σου στη βρωμιά χωρίς πόνο.

Όχι δεν το αισθάνομαι το παιχνίδι σας.
ας μείνει για πάντα δικό σας,
κοκαλιάρα ψυχή που τρέχεις
                             βαραίνουν τα σύννεφα απ το κακό
και ρίχνουν απάνω σου το φταίξιμο.
Θ' αντέξω το πόνο όσο μπορώ
κι απ τις βρομιές θα παίρνω ζέστη και φαΐ,
μόνο που στο φασιστικό το τσίρκο θα 'μαι απ έξω
κι αν κάποτε να 'ρθω θελήσω για να δω
πληρώνοντας, θεατής
γιουχάροντας
δυο καλογυαλισμένες μπότες. 

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Πορεία

Αρνούμαι να ονειρευτώ
και να γυρίσω εκεί που ορίζεις
τρισάθλια μοίρα.

Αναπνέω τη πίκρα και την οργή
και το θυμό,
αέναη τροφή των προγόνων.
Πως να μοιράσω την ανείπωτη
βαθυστόχαστη ομορφιά της ψυχής μου
πάνω στη σήψη σου.

Μικρέ μου στρατιώτη
σκύψε
κι αγνάντεψε τον ορίζοντα.
Αυτό το μικρό παράθυρο
στο φωταγωγό
που χαλάει την αρμονία της θητείας σου.

Ν'ακούς το σβήσιμο του ιδρώτα
χωρίς να φοβάσαι.
Κι όσο το σφίξιμο της καρδιάς
δυναμώνει
να μου σφίγγεις το χέρι.
Στο μεταίχμιο μιας πορείας
που τόσο περήφανα χάραξε
ο αναστεναγμός μου
αρνούμαι να σιγουρέψω τη νίκη μου.

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

ΑΡΝΗΣΗ

Σήκωσε τους ώμους χωρίς δισταγμό
χάθηκε κάτω από τη πέτσα του
αρνήθηκε τη γνώση για ένα όμορφο
                                 πιάτο φαγητό.
Αρνήθηκε τη ζωή του για μια άλλη ζωή
έδωσε τη ψυχή του για ένα παιχνίδι,
ένωσε τα χέρια του κι έκλεισε μέσα το
                                                 άπιαστο.
Ακούμπησε πάνω στα πόδια του
αναστενάζωντας
στις μέρες που 'χασε
χωρίς ντροπή κι ένα μεγάλο δάκρυ
και το μίσος που 'χτισε τόσο καιρό.

Το έκανε φυλαχτό χρυσό,
                              να γυαλίζει, να στραβώνει
                              να ξεγελά,
αρνήθηκε τη φύση
αρνήθηκε το χορτάρι που μεγαλώνει
αρνήθηκε το άπειρο.

Πεπερασμένο το μυαλό στο σύμπαν.


Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Απιστία

Κρυμμένος πίσω από στήθια
εξαντλώ την ενέργεια
ενός κόσμου
εξαρτημένος από ιδρώτες
που μυρίζουν παρακμή.

Παλιές δόξες ,
μοιράζω την αφή
στο αγνό και στο άγριο
μιας μικρής ανώμαλης στιγμής
αναλαμβάνω διεκπαιρεώσεις,
χαμογελώ
σε δέρματα σκληρά και άνοστα,
αφήνω το ψέμα να κυριαρχεί
σε μια στροφή του χώρου,
σαν άγαλμα φτιαγμένο 
με κάθε λεπτομέρεια
αληθινό κόσμημα για τις μέρες σας. 

Αληθινό είναι αυτό που ζει.

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

                                 ΤΡΈΝΑ

Περπάτησα για λίγο δίπλα στις ράγες
αφουγκράζοντας τις φωνές που χάνονταν
καθώς η αγγελία της εκδρομής
ξέφευγε από τις ηλεκτρικές γωνιές των ονείρων μας.

Μόνος σ’ αυτήν τη δύνη του πρωινού .
Μόνος ακολουθώ δίχως ντροπή στη σκέψη.
Χωρίς την ανείπωτη χαρά του μοναχικού.
Μόνος στο πισωγύρισμα της μνήμης.

Στη σειρά οι αριθμοί
και τα προσωπικά σου αντικείμενα δίπλα
τόσο έντονα τονισμένα μπροστά από το όνειρο.

Άθελα μου γελώ.
Ζητιανεύω του μοναχικού την όμορφη στύση
που ο έρωτας στη ζωή χαρίζει τόσο δειλά
και χωρίς ανάγκη ν’ αντικρίζεις την ύλη σου.

Μοιρασμένα κουδούνια σε κρατούν αγκαλιά
και ο φόβος σαν γλυκό παιδικό που κολλάει στα δάκτυλα.
Τελειώνει ο χρόνος και η φωνή προστακτική
σου μιλάει για τα όνειρα.

Μετανάστες του ουρανού τα δανείζονται
στην άγνοια βουτηγμένοι κι ύστερα με τους ώμους βαριούς,
ανήμποροι τριγυρίζουν στη σήψη μας.
Μόνος περπατάω στο βόλεμα,
ζηλεύοντας
της μοναχικής καρδιάς το άγριο χτύπημα.


Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

Στην ανατολή του ήλιου ακούμπησα τα πόδια μου
Και του αέρα έδωσα ευθύνη.

Σήκωσα τα μάτια μου ψηλά
Κι από το στόμα άρχισα μα βγάζω σε σειρά
Λόγια παρμένα από το πίσω μέρος του μυαλού
« ότι είναι γρήγορο σ’ αυτό τον κόσμο…
   Τέσσερες μέρες πέρασαν…
   Τι θα ‘θελες απόψε για φαΐ …
   Τι θα ‘κανες στο τέλος του δρόμου …»
Φορές ήταν που ένοιωσα  αυτή τη δύναμη
Βγαλμένη από τα σωθικά
Δεν θέλω πια να τρέμω στο κρύο,
Αυτό το υπέροχο ζεστό φαγητό να νοιώθω
Και τα σάλια σου να τρέχουν
Όχι δεν πρέπει εγώ να κάτσω στη γιορτή
Ακόμα ένα αστέρι παίζει με το φως
Σε λίγο θα χαθεί
Δεν θα μπορέσω να το κάνω αιώνιο
Τι κρίμα

Πάρε και συ από το κρέας για να φας
Είναι κομμάτι από το σώμα μου
Φτιαγμένο με μπαχαρικά πολλά
Να κρύψω τη γεύση της απόγνωσης
Να μη φανεί η σκληράδα της αλήθειας

Μη βιάζεσαι να γεννηθείς
Γιατί ο θάνατος κοντά σου θα ’ναι
Όσο πιο μακριά μπορείς βάλε αυτό που αγαπάς
Τον ήλιο
Το αστέρι
Του γαλαξία τη μακριά ουρά  
και το σύννεφο που κάνουν τα άστρα
του Αυγούστου τα βράδια στο χωριό
την ώρα που στέκεσαι στα πόδια σου
και τα κοιτάς
καθώς σηκώνεται καπνός από τα χόρτα.

Άλλες φορές γελάς
Κι’ άλλες φοβάσαι
Σιγά σιγά ,  να μη ακούσεις τίποτα κακό,
Νέα από κάποιο άλλο κόσμο
Ή από του κάτω κόσμου τις φωνές….

Πρόσεχε τώρα
Πόσο ακόμα θα υποφέρω την ασχήμια σας
           Ο ήλιος
                 Η χαρά
Το ξύλο που πετούσες μακριά,
το χνούδι σου απάνω στη κοιλιά σου
και του μυαλού το πηχτό γραμμένο.

Οκτώ μήνες παραμονεύει το μυαλό μου
Κάτω από τις ματιές σας χωρίς να ξέρει
Αν του δρόμου η γραμμή , η άσπρη
Είναι αυτή που ξεχωρίζει την αρρώστια
Τ’ ασθενοφόρου τη βουή
Και της σειρήνας το θρήνο.

Ακούστε με για λίγο, πόσο να περιμένω άλλο
Πόσο ακόμα να ξεχωρίζω
Και να βλέπω και να αισθάνομαι…

Όσο μπορώ,
Όσο μπορώ,
Δεν έχω πια συνήθεια ζωντανή
Μη μου δανείζεις άλλες
Πώς να μπορέσω να φορέσω τ’ άστρα;
Ποιανού αστείου συμβουλή αυτή και δεν μπορεί να αλλάξει;   

Μπορώ ακόμα να θυμάμαι…
Πριν  χρόνια ήσουνα παιδί
Μα τώρα έχεις ξεχάσει

Πως άπλωνες  το χέρι σου να πιάσεις τ’ άπειρο…                                                                                                                                                    

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

ΠΡΟΔΟΣΊΑ

Είδα
δυο τρεις λάμψεις
απόψε.

Οδήγησαν για λίγο
τα βήματα μου
κι’ ύστερα
παραδομένος στο άπειρο
έχτισα με σκοτάδι
τις τρύπες.

Μήπως ο φόβος
ξεφύγει
και βρεθώ προδομένος,
δίνοντας μάχες με το κενό
που δεν χόρτασα.


Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

                ΜΟΝΌΛΟΓΟΙ

Σκύβω απόψε να μαζέψω τις μνήμες .
Σε μια νύχτα τόσες πολλές που λύγισε ο νους .
Κι’αυτό το φως που κάθισε πάνω στις λέξεις
απόσταγμα ζωής να’ναι ,
ή μιας στιγμής η δύναμη .


Τους φίλους φωνάζω να ’ρθουν
μ’ότι πιο αισχρό έχω ακόμα φυλάξει στη γλώσσα μου.
Η ντροπή μια ανάμνηση
αφήνει το δρόμο γυμνό στο κατρακύλισμα.

Αρχίζω το μέτρημα .
Πίσω απ’ τα χέρια μου κρύβω τους αριθμούς
μιας φθίνουσας προόδου .
Πίσω απ’ τα χέρια μου βρίσκω τις αρχές μου.
Πόσο μικρά είναι τα ‘στέρια απόψε
που η κάμαρα μου γέμισε από τη μυρωδιά του χρόνου.


Σκύβω το κεφάλι κι’ ακουμπώ
τις στρογγυλόστηθες γυναίκες που μου ’δωσαν
διαμάντια στους ιδρώτες τους ,
αυτά που αργότερα γέμισαν τις μέρες μου.

Σε βρίσκω ξανά εσένα
που διαφεντεύεις τον άνεμο
στο κατώφλι του στέρνου μου
να τραβάς με μανία τις μέρες μου έξω.
Είκοσι χρόνια σκορπάς
σε μιας νύχτας το βόλεμα.
Είκοσι χρόνια που ‘κρυβες με χρυσό

τη σιωπή σου.    

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

TΑ ΧΑΜΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ


Το μικρό κομμάτι που συνδέει τη ψυχή με το σώμα μου
το φωνάζω έρωτα.

Τη χαράδρα που γκρεμίζει το μυαλό τις συνήθειες,
το φωνάζω αγάπη.

Το μικρό παιδί που γεννιέται από μήτρα πεντάμορφη,
που μυρίζει βροχή και δεντρολίβανο,
το φωνάζω παιδί μου.

Τις δυο νότες που σφυρίζει ο άνεμος
μέσα από πευκοβελόνες και παντζούρια μισάνοικτα
τις φωνάζω θάνατο.


Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

ΕΞΟΜΟΛΌΓΗΣΗ

Ο φόβος γεννήθηκε με το σκοτάδι.
Σαν όνειρο που αρνήθηκε να’ ρθει στην ώρα του.
Στη δικτατορία του ψέματος και  της τύψης μεγάλωσα.

Πολλές οι φορές που κατάφερα να φύγω.
Κρύφτηκα πίσω από μεγάλους δρόμους,
σε αποστάσεις και ‘χασα για πάντα την αρχή.

Λίγες φορές προσπάθησα να γυρίσω στο ένα.
Πάντα χαμένος γυρνούσα στο μέλλον
να οχυρώσω τον ερχομό της μνήμης

που μέσα στον απόηχο του θεού 
φλέρταρε με την άβυσσο.

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

               ΕΠΙΘΥΜΊΑ

Κρυμμένος πίσω από το φως
μιας λάμπας,
που διασχίζει ένα μικρό δωμάτιο,
κάθομαι
και συλλογιέμαι τη νύχτα
καθώς επιθυμίες χαρίζουν
στη σκέψη τροφή.

Σκύβω πάνω στη βιαστική ανάσα μου
με μια λαχτάρα λαίμαργη .
Τόσες ομορφιές χαμένες
πίσω από ένα γιατί.

Στην άκρη του κρεβατιού ακουμπώ τη ζωή μου
χαϊδεύω με λύσσα

αυτό που το φως ορίζει σαν ίχνος της.  

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

                            ΜΝΗΜΕΙΩΣΗ

Βαρειά τα πόδια από τη μάχη
μοιραστό το βάρος του χασίματος
και του κορμιού μαζί, αβάσταχτος πόνος
που γυρνούσε στις φλέβες
χωρίς να θέλει πράγματι να στήσει το φόβο,
μόνο κάτι στο αίμα για σταματημό
πρωτού χαθούνε όλα.
Φωνές διάσπαρτες και θρήνος
τάραζαν τον ύπνο,
όσων μπορούσαν να κοιμούνται πια.

Δίχως άλλο δύσκολο ήταν αυτό να γίνει
με τόσες φουρτούνες αφημένες στον πίσω χρόνο
που ο άνεμος τις ανακάτευε στη δίνη του
και ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις
το πριν και το μετά
όμοια σαν δυο σταγόνες το
παρελθόν με το παρόν
αδέρφια που παίζουνε κρυφτό

πάνω στο σύμπαν.