Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

...



Ίσως ποτέ δεν βρούμε
το χώρισμα
από το επιβεβλημένο στο αυθόρμητο
παρά σε μια γωνιά
κρυμμένοι
καραδοκούμε
τη σειρά
μας να πεθάνουμε.

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

ΠΟΛΙΤΙΚΗ


Ακόμα μονομαχώ
πάνω στις ιδιοκτησίες της απόλαυσης.
Ακόμα προσποιούμαι
της μνήμης την γενναιόδωρη σκιά.
Ακόμα βρίσκω
της ασχήμιας την φρεσκάδα
πάνω στα πρόσωπα.

Μένω κοντά σας ξανά μικροί μου άνθρωποι.
Αλωνίζω πάνω στα στάχυα
ξεδιαλύνωντας τους σπόρους.
Πόσο αντέχω της λόγχης το γλυκό κόψιμο,
συνήθεια
στις δικές σας μέρες.

Φύλακας,
μιας πύλης άγνωστης,
αδιάβατης,
σκουριασμένης,
απρόσμενα άσχημης στην άκρη της τύχης.
Περιμένω τον ερχομό σας
να διαλύσω την αδηφάγα βασιλεία σας. 

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

αυτογνωσία 

Έχουν σωπάσει τώρα οι κραυγές
ενός αθέλητου παιχνιδιού στο χρόνο,
μιας μάγισσας ξόρκι στην αβέβαιη μεριά της διάστασης.

Όμως ακόμα υπάρχω
κάθομαι
απλά
στην ξαφνική αδιαθεσία
ενός κόσμου
απέραντα
μελαγχολικού,
διακηρύττοντας
το χρώμα το κόκκινο
και ανακαλύπτω πίσω από τις σημασίες των γραμμάτων
το κενό της ομορφιάς και του σύμπαντος
κρυμμένος πίσω από τους πλανήτες
κρυφοκοιτάζω τη διακόσμηση μιας ψυχής.

Αρχιτέκτονας
στο τυχαίο
ρακένδυτος
απρόσμενα διαφανής
περπατάω
και πάω
ίσα
σε μια κατεύθυνση μαθηματικής ακολουθίας
χαλώντας το περιτύλιγμα,
βρίσκω της ασυναρτησίας την απόλαυση
προσδοκώ
του χρόνου τη λήθη.

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Δωμάτια

Δεν είναι μεγάλο το δωμάτιο
έτσι απλώνεις τα χέρια
πάνω κάτω αυτό είναι όλο.
Μόνο που χωράει τη μέρα,
τη νύχτα δύσκολα.
Κι από τους τοίχους
μπορείς κάθε φορά να ξεκρεμάς
                               τις αναμνήσεις.

Ακούμπησα για λίγο στην άκρη του κρεβατιού 
με τα χέρια ανάμεσα στο πρόσωπο.
Άκουσα τους χτύπους της καρδιάς στο λαιμό.
Πόσο βάρος έχει απόψε ο αέρας πάνω στα πνευμόνια.

Σιγά-σιγά αναπνέω.

Πόσο δύναμη βάζεις
                       για ν' ακουστείς
μ' αυτό τ' ωραίο τραγούδι. 

Φώναξε κι άλλο
                  μόνο του δεν φτάνει.

Χτυπούσαν την πλάτη φιλικά
και σπρώχναν πιο μέσα τη καμπούρα.
Ψαχούλευαν το δέρμα για σημάδια
εξηγήσεις για κάθε τι που χαλούσε την αρμονία,
μιας ευθείας γραμμής λίγο πριν τον θάνατο.

Χάσανε να μετράνε
δεν μπορούν πια να δουν την απόσταση
από ένα μικρό ψαλίδι
που κόβει το χαρτί
βάζει στην άκρη αγγελίες ψυχής
αναζητά την άκρη του πεπρωμένου
βυθίζει το μυαλό στο κέντρο της γης
φοβάται
απλώνει ρίζες
όσο τα χέρια του μπορούν
ψάχνει τη μαγεία του μυστικού
καταναλώνεται σε δύο στάλες νερό
απορροφά τον κόμπο στις λέξεις
τραγουδά δυνατά
δαγκώνει τα χείλη του
με το αίμα ανάμεσα στο σάλιο φιλάει στο στόμα τη νύχτα
αποκοιμιέται
ανάμεσα στα σκέλια τ' ουρανού.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

ΝΥΧΤΑ

            ¨Άλλη μια νύχτα
             που μαζεύω κουφάρια τις σκέψεις
             πάνω στα σκεπάσματα.

Βλέπω την άκρη της
περασμένη σε βελόνα 
που τρυπά το δέρμα και το ενώνει.

            Δίχως δύναμη 
            έμειναν τα όνειρα.

   Περνάει η ανάσα
   και φωλιάζει στα πνευμόνια μου
   και κορμιά αλειμμένα με αμαρτίες
   ταΐζουν την ασύλληπτη κενότητα
   του κόσμου σας.

Άλλη μια νύχτα
που κοιμάμαι δίπλα μου.

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ

Δεν φυσούσε καθόλου
και η μυρωδιά της κολόνιας είχε καθίσει
πάνω στις σιδερένιες λαβές του καθίσματος,
καθώς ανακατευόταν με τον ιδρώτα.
Κόλλησε στην άκρη της σκέψης μου. 
Το μόνο φαγητό
τα περιστέρια στα χέρια αυτών που ξέρουν.
Και τα παιδιά στις κούνιες 
σπρώχνουν με δύναμη την άκρη τους.
Μωρά στις αγκαλιές
τυχαίων συναντήσεων
και μάτια 
που περιμένουν να φανείς
χωρίς αυτά να σε γνωρίζουν.

Στο γαλάζιο παντζούρι ακουμπάς τη διάθεση,
φτιάχνεις τον κόσμο πού ίσως γύρεψες
ποτέ στα όνειρά σου..
Κλείνω τ' αυτιά μου στην απορία σου
και γυρίζω το κεφάλι μου στην απόγνωση.

Ψαχουλεύω στα μικρά διαλείμματα της ανάσας.

Στα χέρια τα ρολόγια περνούν
κάνοντας τον χρόνο τους υπαρκτό
να κυλά
δίχως αντίκρυσμα.

Σ' αυτή την άθικτη γωνιά της γης
τραγουδώ
και μετρώ στα δάκτυλα
πάλι και πάλι
το χάσιμο
ανάμεσα στις καθυστερημένες απολαύσεις
και στις πληρωμένες ματιές
των αγγέλων.

Μα πάντα χάνω το μέτρημα.


Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

ΓΈΝΕΣΗ

Δεν υπήρχε αρχή σ'αυτό το διάστημα
που να πρόδιδε την τάξη μιας μέρας.
Ούτε χρόνος να υποδηλώνει
                                 τυχαίες φόρμες
στο σχεδίασμα μιας ορισμένης στιγμής.
Και τώρα ζητάς να βρεθείς στη μέση στο στερέωμα,
με μόνη σου δύναμη την ανάσα, 
μια ανάσα δανεισμένη από το χώρο
ίσα που φτάνει γι αυτή την 
                                 διαλυμένη ζωή.

Μείνε  τώρα στο απόλυτο σκοτάδι
χαμένος από των άστρων το φως
και χωρίς νόημα σειρές
θα γεμίζεις τον κόσμο.
Περιμένοντας την επάνοδο
του κόσμου που πέθανε
       αβοήθητος
       χωρίς χρόνο
       σε κάποιο σημείο
της μοναδικής διάσπασης του είναι.

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Ορατότητες 

Τούτη τη νύχτα
βρήκα το σκοτάδι,
χωρίς φως κοιμήθηκα,
                  χωρίς φωνή.

Πρόλαβα την αυγή που γεννιόταν
και ήπια από τη μήτρα του κόσμου
μέχρι εκεί που μπόρεσα.

Κάθισα προς το μεσημέρι
ήρεμος
λουσμένος με φως και με μνήμη.

Άπλωσα τη γνώση μου
στη σκιά του θεού σας
και ήταν μεγαλύτερη απ' την κόλαση.

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

...

Σε μια νύχτα ξεφάντωσα
και στη διάρκεια μιας στιγμής 
ανοιγόκλεισα τα βλέφαρά μου.

Το κενό της μνήμης είναι που με βασανίζει,
συνοδοιπόρε της ανάμνησης μιας χαμένης ζωής.

Πόσες στιγμές χαμένες
σε κάθε ανοιγοκλείσιμο
των ματιών.

Μια ολάκερη ζωή 
πίσω απο βλέφαρα. 

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΑΠΟ ΚΑΡΒΟΥΝΟ

Σε ένα κομμάτι γης
ζωγράφισα έναν ήλιο.

Δυο σύννεφα λευκά
σε βράχους κοντινούς.

Λίγες στιγμές αγάπης
πίσω απο την κρύα δύση.

Μπροστά στο βοριά 
άπλωσα τις φτερούγες.

Και στο ζεστό νοτιά, μπροστά,
το νόμο και την επιθυμία μαζί
χάρισα στους ζητιάνους. 

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Υποχρεωτικές πορείες 

Αρνήθηκα να δω τη μεριά του φωτός.
Αρνήθηκα να ξεχάσω τη πορεία του πόνου.
Αρνήθηκα να μοιράσω το βάρος που δικό σας δημιούργημα είναι.

Αρνήθηκα τη νίκη της αδράνειας.
Τους νόμους και τα φυλακτά σας αρνήθηκα.

Κι όταν η φυγή όμορφη και πλάνα με φώναξε στα στιβαρά της χέρια,
αρνήθηκα.

Συνήθεια η άρνηση
συνταξιδιώτης στη πορεία στο άγνωστο.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΑ

Δεν μπορούσε να κρυφτεί στην άκρη του φωτός,
δεν μπορούσε να τρέξει χωρίς να κοιτάξει πίσω
στο ματωμένο ορίζοντα,
μετέωρο στεκόταν το είδωλο ενός κόσμου φλύαρου.

Δεν μπορούσε να κοιμηθεί στο δικό του όνειρο
γιατί ακουμπούσε την αρχή της συντέλειας 
και τρομαγμένος τραβούσε απάνω στου κακού το διάσελο,
αφήνοντας 
τις κραυγές και τους λυγμούς σ' ένα φάσμα φτιαγμένο 
από το πρίσμα της ψυχής του.

Δεν μπορούσε πια να περιμένει τον ερχομό του Μεσία,
να κρίνει τη ζωή που αυτός αγάπησε σαν διαμάντι 
πάνω στα ξεραμένα φύλλα,
τη ζωή που μοίρασε άδικα την αλήθεια και το ψέμα,
που φόρτωσε την αγάπη στη πλάτη του,
που ξεχορτάριασε την παλιά αυλή.

Παίζει ακόμα την ταινία σε μια οθόνη άσπρη, άσπιλη, 
καταφώτιστη, 
που προσπέρασε το τέλος. 

Δεν μπορεί πια να σηκώνει
τις απωθημένες επιθυμίες του κόσμου
που ξέχασε το ξεκίνημα.

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Απόηχος

Κάθε νύχτα
σωρός μαζεύονται οι πρόσφυγες σκέψεις.
Τολμώ να γυρίσω στη μέση
κάθε στιγμής που συγκεντρώνει 
μια στάλα αγάπης.

Γκρεμίζω τους τοίχους στο σπίτι
στη μεριά του ανέμου,
ότι είναι αληθινό χρειάζεται 
το ανήθικο να αποδείξει.

Πως βιάστηκες να γεννηθείς
και τώρα η φύση επαληθεύει την πορεία,
δέξου τον θάνατο
δώρο παγκόσμιο,
σεβαστό,
και παγερό
στο πέρασμα της λύπης.

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Λιτανεία

Στάζουν αίμα τ' αυτιά από τους κρότους και ο αντίπαλος στα βάθη της ψυχής σωπαίνει,
χωρίς οίκτο προσκυνώ τα μολυσμένα σου νερά Μάνα μου γη
και δεν αφήνω στον ορίζοντα ούτε ένα σύννεφο ντροπής να βγαίνει,
πήρα τους δρόμους του φεγγαριού από κοντά και βγαίνω έχοντας το στη πλάτη μου επάνω.

Απ τις ελιές πήρα κλαδί, λεπτό για το κεφάλι, κι απ τη γη πήρα τα πόδια να πατώ.
Πέτρες πολλές που σκόνταψα κι άλλες που πάτησα κι ανέβηκα ψηλά
τ' ανέμου συντροφιά να γίνω, ανοίγω πάλι την καρδιά διάπλατα
για να χωρέσει το διάολο και να τον κρύψω, όσο κι αν φεύγεις μακριά
εγώ θα το κρατώ σφικτά.

Πως θέλετε να ναι απόψε η Ζωή, δυο πήχες ζάχαρη κι ένα κουτί ζαχαρωτά
πολύχρωμα, μέρες ολόφωτες, κρύες μέρες χειμώνα, 
δυο τρεις γλαστρούλες φυτεμένες βασιλικό και δυόσμο,
μια καμπανούλα στην άκρη ενός κήπου.

Άφησε με ήσυχο, Ερινύες, του κάτου κόσμου ξωτικά, 
αφεντάδες για μια μέρα ξεριζωμένοι, μεταλλαγμένα σώματα φτιαγμένα από ιστό αράχνης,
που τόσο πύον κουβαλάτε στις πτυχές της κάθε σας σκέψης.
Φτηνά υποκατάστατα μορφής
Εμετοί σε σατέν σεντόνια
Πληγές ορθάνοιχτες για να θυμίζουν την Άνοιξη,
απόγευμα Κυριακής λίγο μετά το γήπεδο
εκεί που ο έρωτας γίνεται διαχρονικός
καταραμένοι σε τόσους θανάτους
υποταγμένοι στη σιωπή
από τις λάμπες νέον
απρόσμενα καθαροί, όμορφοι
πνιγμένοι στα νερά του βάλτου
κι όσοι στις γύρω όχθες τριγυρνούν
με την πανούκλα να τα βγάλουν πέρα,
           Πρέπει
                  Θνητοί.

Εγώ αυτός που παίρνω την αρχή, χωρίς να το ρωτήσω
σκύφτε καθώς περνάω
όσο πιο βαθιά μπορείτε, άθλιοι να με υπηρετήσετε
αγέννητοι ακόμα
προσεύχομαι στο θάνατο σας
να ναι άξιος για την Αλήθεια.

Ένα ρολόι υπενθυμίζει διαρκώς το πέρασμα της Γης στο διάστημα.

Άδικος ο κόπος να ξυπνάς πρωί απ τις καμπάνες του θεού τους
και είναι μάχη τρομερή αυτή που τα μάτια προσπαθούν να κλείσουν ξανά
παρασέρνοντας μαζί, τους ήχους μιας νύχτας,
όπως τα βότσαλα στη παραλία καθώς το κύμα περνά και σβήνει.

Τούτη η κραυγή μου ας γίνει δυνατή κι ας ταξιδέψει πάνω από τις θάλασσες
να μείνει για πάντα στου απέραντου τη λήθη φυλαχτό 
στους ταξιδιώτες του πόνου και στους βοριάδες τους κρύους,
αυτούς που πηγάζουν από την άβυσσο.

Κλεισμένοι δρόμοι, περπατώ ανάμεσά τους, με το στόμα κλειστό
όχι από φόβο, μόνο από δίκαιο. Απλώνω τα νύχια μου στον ουρανό 
κόβοντας κάθε σημάδι παρηγοριάς
                μονολογώντας
                        της καρδιάς το λυτρωμό
μια προσευχή μικρή, πεταμένη στα μούτρα από κάποιου θεού το περίσσεμα.

Ρακοσυλλέκτης των ψυχών, συλλέκτης αμαρτίας, ιερέας του πρόστυχου
λάτρης του αμετανόητου, ύποπτος λιωμένος στη διάσταση του χτες,
διαφεντεύοντας το πόνο που ρούφηξα σαν ένα σφουγγάρι
μουσκεμένο με αρμύρα και δάκρυα. 

Ανοίγω ξανά το βάραθρο,
Κριτής και Δήμιος μαζί, ότι μπορέσω να γλιτώσω από τη νύχτα
την αδηφάγα που μεγάλωσε σε ξένες αγκαλιές και θέριεψε
με το γάλα των μανάδων που ξέχασε στο δρόμο τον προορισμό,
γύρισε πίσω στην αρχή φανατικός του μοιραίου,
σαν παραμύθι απλό μ'αρχή και τέλος.

Φτάνει πια, πόσο ακόμα θα με κυνηγάς τρισάθλια τύψη,
σου 'δωσα την αύρα μου, τι άλλο θες αντάλλαγμα;
Ακόμα και την ψυχή μου;
Μόνο το σώμα μην ζητάς, δεν είναι εδώ.
Σε κάποιου θεού την αγκαλιά μάλλον θα βρίσκεται,
χρυσό και σε τυφλώνει και μαλακό σαν το πρώτο χιόνι του χειμώνα.

Σηκώνω τα μάτια ψηλά να βρω τον ίσκιο μου. Με της αγάπης το προσωπείο
γέλασα βαθιά μέχρι που χάθηκε.
 

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

V

Για μια στιγμή μονάχα προσπάθησα να σώσω την ασχήμια μου.
Μια στιγμή που κοίταξα στην άκρη του δρόμου.

Στιγμή είναι ο πόνος,
στιγμή είναι η ζωή,
στιγμή είναι ο έρωτας.

Το παντοτινό το κατέχει η γέννα.

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

IV

Έκλεισα απόψε το φως νωρίς 
και κάθισα μονάχος στη κάμαρα
χαζεύοντας το είδωλο μου στον καθρέφτη,
σκοτάδι και σάρκα και γυαλί.

Που 'σαι κρυμμένος 
σε ποιανού αστού το μυαλό κοιμάσαι απόψε
κι αφήνεις το σύμπαν μόνο του στο χάος.

Σε ποιανού αστού τις μνήμες κατοικείς 
κάτω από κουβέρτες αμαρτίας
                                  με πόσο τάξη βαλμένες στα ράφια.

Σε ποιανού αστού τη φαντασία θερίζεις
και κρίνεις.

με πόσο μίσος καρτερώ τη λύτρωση
και της αγάπης την κλεισούρα,
καλεσμένος σ' ένα κόσμο άρρυθμο,
φωνάζοντας,
με μια φωνή αγνώριστη σε όλους
πικρή, ψεύτικη
κραυγή συνήθειας στα αυτιά σας.

Φύγε,

πάνω από το πέτρινο πεζούλι,
με τις μαντζουράνες  και τα αίματα στα γόνατα.

Μέσα από ακτίνες ποδηλάτων
γρανάζια στη σειρά,
ζάρια ριγμένα στο χώμα.

Φύγε,

μέσα από κουρτίνες διάφανες.

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

ΧΟΡΙΚΟ

Με πόσο μίσος Αχιλλέα θεόμορφε
σκέπασες απόψε το κορμί σου
μην έχοντας κοντά σου
την Βρισηίδα την ομορφοκάπουλη.

Ο κερδοσκόπος Αγαμέμνονας
πίνει τους χυμούς της
κάτω από το αραχνοΰφαντο φόρεμά της,
Διόθρεφτος βασιλιάς του Άργους.

Γραφτό είναι ο βασιλιάς νικητής
πάντα να βγαίνει μ' έναν κατώτερο
όπως ο γέρος μάντης λέει, όπως και συ.
Γραφτό είναι να χάνονται οι πατρίδες.

16/12/97