Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΙΚΤΩΡΙΑΣ

Δεν φυσούσε καθόλου
και η μυρωδιά της κολόνιας είχε καθίσει
πάνω στις σιδερένιες λαβές του καθίσματος,
καθώς ανακατευόταν με τον ιδρώτα.
Κόλλησε στην άκρη της σκέψης μου. 
Το μόνο φαγητό
τα περιστέρια στα χέρια αυτών που ξέρουν.
Και τα παιδιά στις κούνιες 
σπρώχνουν με δύναμη την άκρη τους.
Μωρά στις αγκαλιές
τυχαίων συναντήσεων
και μάτια 
που περιμένουν να φανείς
χωρίς αυτά να σε γνωρίζουν.

Στο γαλάζιο παντζούρι ακουμπάς τη διάθεση,
φτιάχνεις τον κόσμο πού ίσως γύρεψες
ποτέ στα όνειρά σου..
Κλείνω τ' αυτιά μου στην απορία σου
και γυρίζω το κεφάλι μου στην απόγνωση.

Ψαχουλεύω στα μικρά διαλείμματα της ανάσας.

Στα χέρια τα ρολόγια περνούν
κάνοντας τον χρόνο τους υπαρκτό
να κυλά
δίχως αντίκρυσμα.

Σ' αυτή την άθικτη γωνιά της γης
τραγουδώ
και μετρώ στα δάκτυλα
πάλι και πάλι
το χάσιμο
ανάμεσα στις καθυστερημένες απολαύσεις
και στις πληρωμένες ματιές
των αγγέλων.

Μα πάντα χάνω το μέτρημα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου