Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

οι Φόβοι στις άκρες

Σε κάποιο σκοτεινό σημάδι του Σεπτέμβρη βρήκα κρυμμένο 
το κομμάτι της ψυχής που χρειάστηκε για να κλείσει το σώμα,
να το προστατεύσει απ της αυγής το φίλημα,
την ώρα που τρέχει μέσα από δρόμους στενούς να λιώσει την εμμονή.

Ακούω το αίμα που σφηνώνει στους κροτάφους
ακούω τη λύσσα που αφρίζει το σάλιο,
πως να χτυπήσω τη γροθιά ξανά πάνω στη πέτρα.
Όμως μη θες να βρεις παρηγοριά στου πόνου το λημέρι,
αν δεν ακούς τα χάδια της αγάπης.
Και αν φωνάξω δυνατά μέσα στην άδεια μνήμη μη φύγεις.

Σταυροφόρε του ήλιου
αλίμονο στη στιγμή που θα κλέψω την ομορφιά μου για την δικιά μου παρηγοριά,
σ' ένα κατάμεστο από φωνές μυαλό αυτονόητο παιχνίδι στις όχθες της πίκρας,
κατηφορίζω μαζί σας στο βάθος, για να πάρω του τέλους τη γεύση,
άρωμα αληθινό χτυπημένο στους ανέμους που χωρίζουν το σπίτι στην άκρη της αφήγησης.
Και αδειάζουν σε μια τρύπα όλο το άλλοθι που 'χαν αφήσει για του φόνου τη μέρα.

Βαρέθηκαν πια να περιμένουν,
άκου πως φεύγουν τα κορμιά,
άκου πως δακρύζουν οι γυναίκες που χωρίς τροφή αφήνουν το μυαλό τους στης αγωνίας το κάλεσμα.
Όμως εγώ αργώ να βγω, να δω το τελείωμα,
γιατί ο φόβος είναι φίλος παλιός πολύτιμος κάθε φορά που τον συναντώ. 
Μαζί του έμαθα να παίζω
να κερδίζω
να χάνω
να φεύγω στην άκρη του τέλους
να διαβάζω τα σημάδια
σ' ένα κρυφό παιχνίδι αφηρημένης ουσίας που είναι θεμέλιο για το αύριο.

Φόβε που κατοικείς πίσω στο αίμα μου έλα ξανά να αγκαλιαστούμε.
Φόβε που διαβαίνεις το κατώφλι της μνήμης σφίξε δυνατά με την θηλιά σου.
Φόβε αδερφέ μου
πόσο αλήθεια μου 'χεις λείψει
τόσες νύχτες χωρίς ιδρώτες και των ονείρων το πέρασμα απλό
σαν όμορφη δενδροστοιχία αρχή του Φθινοπώρου.
Κοίτα με
πόσο δυνατός μπορεί να είμαι σ' αυτό το διάστημα,
πόσο χαίρομαι που αρχίζεις το χορό σου φίλε τρισάθλιε,
ακουμπώντας τη γνώση, ρουφάς τη σκόνη σ' ένα δρασκέλισμα σου πάνω στο καθημερινό. 
Χωρίς σταματημό διατάζεις, φόβε που βρίσκεσαι μέσα στα χαρτιά.
Άφησε με να βρω το χρώμα σου
να μαντέψω τη μυρωδιά σου
πάνω στα σαπισμένα από το χρόνο
φύλλα της νιότης μου
που θυσίασα για σένα
αχάριστε φίλε μακρινέ.

Όλα απόψε μαζί μου στο χόρτασμα, σκαρφάλωσε ξανά στη ραχοκοκαλιά μου
και κάνε τα σκέλια μου να κοπούν στα δύο,
μούδιασε ξανά την καρδιά μου
δέσε το στομάχι μου κόμπο, αποκρουστικέ μου σύντροφε να 'ξερες πόσο σ' αγαπώ.
Αφήνεις το παιχνίδι στη τύχη του, μόνο που ξέρουμε καο οι δυο μας το αποτέλεσμα -άκου τα γέλια μέσα στη νύχτα- σε βλέπω
πάνω απ τα στεφάνια τους.
Μην κρύβεσαι πια τώρα που ξέρω, μαζί θα λιώσουμε το δάκρυ της απόγνωσης και θα είμαστε βασιλιάδες της προσήλωσης στο κενό που αφήνει η μυρωδιά τους.
Ζητιάνοι της στιγμής.
Παντοκράτορες στους αιώνες.

Εμείς που βρήκαμε του ουρλιαχτού το μονοπάτι
και κάτσαμε μαζί στο σκότωμα της τύψης, πόσοι χαίρομαι που απόψε βρίσκω την ίδια στιγμή καρφωμένη σε δύο κομμάτια πανιού. Πόσο δυνατός γίνομαι, χρησιμοποιώ τη γνώση πάνω στο τετριμμένο και βγάζω το στέμμα της βασίλισσας.

Θέλω να διώξω την ασχήμια του μυαλού σας πίσω απ' το φως. Ακούστε για λίγο μια προσπάθεια που ξεκινάει ένα μέτρο μετά της νίκης της ιαχές.
Αναρωτήθηκες ποτέ 
τι 'ναι αυτό που χρειάζεσαι για να ζήσεις. 
Άσε να σου δείξω λίγο τον τρόπο της ζωής
έτσι όπως τον έκλεψα απ τον καθρέπτη,
έτσι όπως τον βρήκα θαμμένο 
κάτω από ένα σωρό φωτογραφίες με αρώματα νύχτας
ριγμένες στις άκρες των ματιών
καρφωμένες στις ενδείξεις
ενός μάταιου δωματίου
που αποσκοπούσε στης ζήλιας το ξέπλυμα.
Άσε να σου μάθω 
το μέγεθος της ψυχής μου
και της δικιάς σου.
Σταμάτα πια να την αφήνεις 
χωρίς τρφή
στη μέση μιας νύχτας
καμωμένης από της μέρας τον περίσσιο λούσο.
Καταραμένοι κλέφτες του ονείρου στις άκρες των κλαδιών που τρίζουν πατούν οι μέρες σας.
Αρχίζω τώρα να ξεσπάω πάνω στην ώρα
που η καρδιά δένεται με το σήμερα
με την ιδέα του ενός
ακόμα φοβάμαι,
ακόμα να δεις πόσο προχώρησα πάνω στις δικές μου αμέτρητες ανηφοριές.
Αρχίζω να δείχνω απ την αρχή τη προσπάθεια,
ίσως κάποια στιγμή να πιστέψω πως αυτό που χάθηκε ήταν της φαντασίας παιδί,
ίσως κάποτε να βρω της λησμονιάς το καυτό χνώτο απλωμένο στη πλάτη μου.

Ακόμα φοβάμαι
την άδεια σκηνή που χώρεσε τόσες απέραντες ομορφιές,
μονολόγους 
που δεν τέλειωναν στην τελεία,
απλά κυλούσαν
στο σκοπό της καρδιάς
περιγράφοντας μια στιγμή καρφωμένη στη σχισμή ενός μυαλού
που στη μνήμη
βαστούσε ακόμα την ομορφιά μιας ζωγραφιάς στο πίσω μέρος του τετραδίου
χιλιοστολισμένη με γράμματα άσχετα κι αριθμούς άνισα μοιρασμένα.

Ακόμα γελάω με το μικρό άνοιγμα στη πράξη της τελειότητας που γέμισε ξανά τη θάλασσα.
Ένοχε θυρωρέ της ψυχής μου
άνοιξε.

Ακόμα φοβάμαι
πως ν' αντέξω μιας νύχτας το βόλεμα,
μετράω την ασχήμια και την αφήνω αρχηγό 
ολέθρια σχέση ακουμπισμένη στο πέλαγο.

Χωρίς ήχο πια μοιράζω την μορφή μου
πάνω στις μέρες που κλείνουν την ανάγκη,
ακόμα φοβάμαι πόσο δυνατός μπορεί να 'μαι. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου