Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2017

ΧΟΡΙΚΟ

Με πόσο μίσος Αχιλλέα θεόμορφε
σκέπασες απόψε το κορμί σου
μην έχοντας κοντά σου
την Βρισηίδα την ομορφοκάπουλη.

Ο κερδοσκόπος Αγαμέμνονας
πίνει τους χυμούς της
κάτω από το αραχνοΰφαντο φόρεμά της,
Διόθρεφτος βασιλιάς του Άργους.

Γραφτό είναι ο βασιλιάς νικητής
πάντα να βγαίνει μ' έναν κατώτερο
όπως ο γέρος μάντης λέει, όπως και συ.
Γραφτό είναι να χάνονται οι πατρίδες.

16/12/97


Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016

Τι κρίμα.
Να κάθεσαι 
στο καφέ
και να μην υπάρχει
τίποτα προκλητικά όμορφο
να ξεκουράσεις το βλέμμα σου.
Σαν τους πίνακες του Dali,
σαν τις πουτάνες στην Montmartre,
σαν τα αγάλματα του Πραξιτέλη,
σαν τους στίχους του Καβάφη.

Τι κρίμα . 

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ

Είναι πια αργά για όλα, ενώνεις το τέλειο με το παράλογο
ακροβατείς στην άκρη τους,
Μαϊμού ...με φωνάζουν, δεν έμαθες καλά το νούμερο σου,
πόσο πονάει αυτό το τσίρκο, ούτε ένας κλόουν στη σκηνή,
πρόσεχε τις τίγρεις, οι μάγοι που εξαφανίζουν τα πάντα,
ζωές γυναικών που τις κόβουν στη μέση
τραπουλόχαρτα μιας ζωής ανακατεμένα, τόσο καλά,
όμως ξέρουν που είσαι
χειροκροτείστε.
Όρθιοι.

Υποκλίνομαι κι εγώ.
Μαϊμού
πόσο περίμενα εκείνο το ζαχαρωτό, καλογυαλισμένες μπότες να στο δείνουν,
πατώντας στην άκρη της ουράς, προσέχοντας μη στη χαλάσουν
κι αναγκαστούν να δώσουν εξηγήσεις,
καλογυαλισμένες μπότες με ταΐζουν...
                             Ένα σκίσιμο στη τέντα
                             Ο ουρανός
                             οι βρομιές των ζώων, αποφάγια
                             εξαθλίωση
                             Θα φύγω
όσο πιο γρήγορα μπορώ, να μη το ράψουν βιάσου
Μαϊμού, κουτή και άσχημη
Βρωμιάρα μαϊμού
μόνη σου στη βρωμιά χωρίς πόνο.

Όχι δεν το αισθάνομαι το παιχνίδι σας.
ας μείνει για πάντα δικό σας,
κοκαλιάρα ψυχή που τρέχεις
                             βαραίνουν τα σύννεφα απ το κακό
και ρίχνουν απάνω σου το φταίξιμο.
Θ' αντέξω το πόνο όσο μπορώ
κι απ τις βρομιές θα παίρνω ζέστη και φαΐ,
μόνο που στο φασιστικό το τσίρκο θα 'μαι απ έξω
κι αν κάποτε να 'ρθω θελήσω για να δω
πληρώνοντας, θεατής
γιουχάροντας
δυο καλογυαλισμένες μπότες. 

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Πορεία

Αρνούμαι να ονειρευτώ
και να γυρίσω εκεί που ορίζεις
τρισάθλια μοίρα.

Αναπνέω τη πίκρα και την οργή
και το θυμό,
αέναη τροφή των προγόνων.
Πως να μοιράσω την ανείπωτη
βαθυστόχαστη ομορφιά της ψυχής μου
πάνω στη σήψη σου.

Μικρέ μου στρατιώτη
σκύψε
κι αγνάντεψε τον ορίζοντα.
Αυτό το μικρό παράθυρο
στο φωταγωγό
που χαλάει την αρμονία της θητείας σου.

Ν'ακούς το σβήσιμο του ιδρώτα
χωρίς να φοβάσαι.
Κι όσο το σφίξιμο της καρδιάς
δυναμώνει
να μου σφίγγεις το χέρι.
Στο μεταίχμιο μιας πορείας
που τόσο περήφανα χάραξε
ο αναστεναγμός μου
αρνούμαι να σιγουρέψω τη νίκη μου.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015

ΑΡΝΗΣΗ

Σήκωσε τους ώμους χωρίς δισταγμό
χάθηκε κάτω από τη πέτσα του
αρνήθηκε τη γνώση για ένα όμορφο
                                 πιάτο φαγητό.
Αρνήθηκε τη ζωή του για μια άλλη ζωή
έδωσε τη ψυχή του για ένα παιχνίδι,
ένωσε τα χέρια του κι έκλεισε μέσα το
                                                 άπιαστο.
Ακούμπησε πάνω στα πόδια του
αναστενάζωντας
στις μέρες που 'χασε
χωρίς ντροπή κι ένα μεγάλο δάκρυ
και το μίσος που 'χτισε τόσο καιρό.

Το έκανε φυλαχτό χρυσό,
                              να γυαλίζει, να στραβώνει
                              να ξεγελά,
αρνήθηκε τη φύση
αρνήθηκε το χορτάρι που μεγαλώνει
αρνήθηκε το άπειρο.

Πεπερασμένο το μυαλό στο σύμπαν.


Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Απιστία

Κρυμμένος πίσω από στήθια
εξαντλώ την ενέργεια
ενός κόσμου
εξαρτημένος από ιδρώτες
που μυρίζουν παρακμή.

Παλιές δόξες ,
μοιράζω την αφή
στο αγνό και στο άγριο
μιας μικρής ανώμαλης στιγμής
αναλαμβάνω διεκπαιρεώσεις,
χαμογελώ
σε δέρματα σκληρά και άνοστα,
αφήνω το ψέμα να κυριαρχεί
σε μια στροφή του χώρου,
σαν άγαλμα φτιαγμένο 
με κάθε λεπτομέρεια
αληθινό κόσμημα για τις μέρες σας. 

Αληθινό είναι αυτό που ζει.

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

                                 ΤΡΈΝΑ

Περπάτησα για λίγο δίπλα στις ράγες
αφουγκράζοντας τις φωνές που χάνονταν
καθώς η αγγελία της εκδρομής
ξέφευγε από τις ηλεκτρικές γωνιές των ονείρων μας.

Μόνος σ’ αυτήν τη δύνη του πρωινού .
Μόνος ακολουθώ δίχως ντροπή στη σκέψη.
Χωρίς την ανείπωτη χαρά του μοναχικού.
Μόνος στο πισωγύρισμα της μνήμης.

Στη σειρά οι αριθμοί
και τα προσωπικά σου αντικείμενα δίπλα
τόσο έντονα τονισμένα μπροστά από το όνειρο.

Άθελα μου γελώ.
Ζητιανεύω του μοναχικού την όμορφη στύση
που ο έρωτας στη ζωή χαρίζει τόσο δειλά
και χωρίς ανάγκη ν’ αντικρίζεις την ύλη σου.

Μοιρασμένα κουδούνια σε κρατούν αγκαλιά
και ο φόβος σαν γλυκό παιδικό που κολλάει στα δάκτυλα.
Τελειώνει ο χρόνος και η φωνή προστακτική
σου μιλάει για τα όνειρα.

Μετανάστες του ουρανού τα δανείζονται
στην άγνοια βουτηγμένοι κι ύστερα με τους ώμους βαριούς,
ανήμποροι τριγυρίζουν στη σήψη μας.
Μόνος περπατάω στο βόλεμα,
ζηλεύοντας
της μοναχικής καρδιάς το άγριο χτύπημα.